Χειμωνιάτικο ταξίδι του  ‘21

4

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Συμπληρώνοντας το πρώτο τρίμηνο τής νέας χρονιάς, η ανάγκη αναδρομής σε μιαν ακόμη σημαντική συναυλία του περασμένου Δεκεμβρίου μαρτυρεί την έντονη δραστηριότητα σε ένα χώρο που επλήγη μεν αφάνταστα από την υγειονομική κρίση και τους κοινωνικούς της περιορισμούς, αλλά, παρά την συχνά δικαιολογημένη μεμψιμοιρία, αποδεικνύει ευτυχώς ακατάβλητο σφρίγος δήλωσης και δράσης, ακόμη και στο επίπεδο των διεθνών μετακλήσεων.

Ο λόγος για την επιστροφή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ενός καλλιτέχνη με το γνωστικό και ερμηνευτικό βάθος του Matthias Goerne, μιαν 20ετία περίπου από αλησμόνητες εμφανίσεις του. Τότε ο εκλεκτός βαρύτονος με την εκφραστικά πρωτεϊκή προσωπικότητα είχε κατακτήσει το αθηναϊκό κοινό με τους 3 επώνυμους κύκλους μελωδιών του Franz Schubert στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος».  Η φραστική γλυπτική  που ο νεαρός Γερμανός είχε διασφαλίσει στις συστοιχίες αυτές από αριστουργηματικές μινιατούρες με όπλο ένα παραδειγματικό λεγκάτο, βασισμένο στην αναπνευστικά ευχερή σμίλευση οιονεί ανεξάντλητων κλιμακώσεων και αποκλιμακώσεων της δυναμικής, μάς είχε κυριολεκτικά συγκλονίσει. Για ρεπερτόριο παρόμοιας εσωτερικότητας η ανάγκη ευτυχώς ανακατεύθυνε την αρχικά προορισμένη για την «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής» εκδήλωση της 4ης Δεκεμβρίου και πάλι στη μικρή και κατάλληλη αίθουσα των παλαιών συναυλιών. Το πρόγραμμα αυτή τη φορά περιορίσθηκε στο «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του έτους 1827, κυριολεκτική επισκεπτήρια κάρτα του Γκαίρνε στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, αλλά και μια ισοβαρής πρόκληση για τον πιανίστα που, στην καλύτερη περίπτωση, καλείται να συνδιαμορφώσει με τον λυρικό τραγουδιστή την βιωματική αυτή περιήγηση του φιλέλληνα ρομαντικού ποιητή Βίλχελμ Μύλλερ με προορισμό τον θάνατο.

Με τον συνοδοιπόρο πιανίστα Eric Schneider να αποτελεί συνεργασία της νεανικής του παραστατικής και δισκογραφικής περιόδου, δεν είμαστε βέβαιοι ότι ο εμφανώς βαρύτερος σε κιλά και χρόνια Γκαίρνε έχει σφυρηλατήσει αντίστοιχα συμβιωτική σύμπραξη με τον πολύ διασημότερο Christoph Eschenbach, που τον ακολούθησε στη νέα αθηναϊκή του εμφάνιση. Έτσι ο αναμφισβήτητα πολυτελής συνδυασμός δεν απέφυγε αρρυθμίες επικοινωνίας, ου μην και «χημείας», γεγονός που απέτρεψε την συγκρότηση ατμόσφαιρας και εμβάθυνσης  παρόμοιας ισχύος με εκείνη των νεανικών μας αναμνήσεων. Σε αυτό, ωστόσο, πρωταρχικά συνέβαλε η εν τω μεταξύ αποσύνδεση και ηχοχρωματική διαφοροποίηση της υψηλής από την χαμηλή περιοχή της φωνής, αλλά και η εμφανώς κοπιώδης διαχείριση του fiato σε μια καμπή σταδιοδρομίας που η αρχικά ελαφριά και εύκαμπτη ευφωνία λυρικού βαρυτόνου έχει επιβαρυνθεί με δυσανάλογα βαριές για τη φύση της αναθέσεις μπασοβαρύτονου, όπως ο ρόλος του Βόταν σε ολόκληρη τη βαγκνερική Τετραλογία. Παρά τις δίκαιες επευφημίες, λοιπόν, μιας αξιοσημείωτης όσο και αξιομνημόνευτης σταδιοδρομίας, το «ταξίδι» αυτό κατέληξε να είναι «χειμωνιάτικο» για τους λάθος λόγους, χωρίς τη μαγεία της οφιοειδούς και ατρόμητης έκτασης των φράσεων, με συνεχή την επίγνωση αγωνιώδους  διαχείρισης του ελέγχου αναπνοής, με απούσα τη λυτρωτική στο παρελθόν εγκατάλειψη στην αναζήτηση χρωματισμών και μυστικών κειμένου και μουσικής. Χωρίς εν τέλει την κατάπληξη της συνεχούς ανακάλυψης που ο καλλιτέχνης τόσο μαγικά μάς είχε χαρίσει την πρώτη, αλησμόνητη εκείνη φορά…