Έλγκαρ και Ραχμάνινωφ από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

20

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Έλγκαρ και Ραχμάνινωφ από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Έπαιξε σιβυλλικά με τον αριθμό 2 στον τίτλο της η συναυλία τής 3ης Νοεμβρίου 2023 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όχι απλώς με δύο μόνον έργα στο πρόγραμμά της. Η μονίμως εγκατεστημένη στο ΜΜΑ Κρατική Ορχήστρα Αθηνών  συνδύασε την σπανίως ανακρουόμενη στην Αθήνα 2η συμφωνία (1911) τού Βρετανού Sir Edward Elgar (1857-1934)  με το δημοφιλές και στην Ελληνική πρωτεύουσα, κατά 10 έτη προγενέστερό της, 2ο κονσέρτο για πιάνο τού Sergei Rachmaninov (1873-1943). Με τον φόβο ότι η αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) κινδύνευε να αντιμετωπίσει μαζική έξοδο τού κοινού, εφ’ όσον το Κονσέρτο προηγείτο της Συμφωνίας, ο προγραμματισμός αφιέρωσε σε εκείνο το δεύτερο ήμισυ της βραδιάς, πρακτική που ενίοτε ακολουθείται και όταν φιλοξενείται ως σολίστ καλλιτέχνης διεθνώς εγνωσμένου διαμετρήματος, όπως εν προκειμένω.

Η 2η τού Έλγκαρ, γραμμένη για τυπικά μεγάλη ορχήστρα και αφιερωμένη στη μνήμη του βασιλέως Εδουάρδου Ζ’ (1901-1910) από τον μουσουργό τού ανεπίσημου ύμνου τής «Γηραιάς Αλβιώνος» (ένα από τα 5 εμβατήρια τού κύκλου «Pomp and Circumstance» για το αδαμάντινο ιωβηλαίο τής βασίλισσας Βικτωρίας με εναρκτήριους -από τους επίκτητους- στίχους, το «Land of Hope and Glory»), αποτελεί ιδιαίτερο σταθμό στη σταδιοδρομία του. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ο αξονικός για τη βρετανική επικράτεια αυτός συνθέτης δεν είναι ίσως ο καταλληλότερος για να προσεγγίσει κάποιος την συγκεκριμένη φόρμα αυτής της υπεράκτιας μουσικής και την συνέχειά της, αν ορθώς διστάζουμε να μιλήσουμε για «παράδοση» σε μια χώρα που -ενδεχομένως αδίκως- είχε χαρακτηρισθεί ως «land without music».

Αν και ο Έλγκαρ εντάσσεται στους επιγόνους τού Μπραμς, η μουσική του γλώσσα διατηρεί την δική της ιδιαιτερότητα. Το εκτενές «ζωηρό» όσο και «ευγενές» αρχικό αλέγκρο τής Συμφωνίας εναλλάσσει αιματώδεις και σφριγηλές παραγράφους με άλλες νυχτερινής εσωτερικότητας. Αντίστροφη πορεία συνέχει το λαργκέτο, κίνηση που εγκαινιάζεται σε χαμηλούς τόνους και αναπτύσσεται σταδιακά με μιαν ευγένεια, προφανέστερη στην εκτέλεση τής ΚΟΑ από την αγωγικά υπαγορευόμενη εκείνη τού α’ μέρους, τουλάχιστον υπό τον -γεννημένο στο Λονδίνο αλλά οικουμενικά δραστήριο- αρχιμουσικό Finnegan Downie Dear. Απολαύσαμε μολαταύτα την κυριολεκτικά μαγική απόληξή του. Το είδει σκέρτσου ρόντο που ακολούθησε δεν στερείται μακρηγορίας, αλλά περιλαμβάνει και -ενδεικτικές τής ποιότητας τού συμφωνιστή Έλγκαρ- πινελιές έμπνευσης, εμφανείς και στην αριστοτεχνική του κατάληξη. Το Εδουαρδιανό λυκόφως τής αυτοκρατορικής Belle Époque αποτυπώθηκε εύγλωττα στο «μεγαλοπρεπές» τελικό μοντεράτο και την αγαλλίαση που ανέπεμψε πριν από την δοξαστική επωδό του.

Μετά το διάλειμμα, ο ρωσοιουδαϊκής καταγωγής, γεννημένος στο Βόρονετς και εγκατεστημένος στο Βερολίνο, Ρωσοαμερικανός πιανίστας Kirill Gerstein χάρισε στο αθηναϊκό κοινό ένα ρωμαλέο, χειμαρρώδες και συνεκτικό 2ο κονσέρτο τού Ραχμάνινωφ σε εξαιρετική διάδραση με τον Ντήαρ και μια ΚΟΑ ευρωπαϊκού επιπέδου. Η επάρκεια στη ρομαντική άνθηση τής κοσμαγάπητης παρτιτούρας επετεύχθη με αξιοσημείωτη εκφραστική οικονομία και χωρίς κατάχρηση προσωπικών rubati μελοδραματικής υπερφόρτωσης, ενώ η λεπτολόγος συνεργασία σολίστ και πόντιουμ στο «παιγνιώδες» τελικό αλέγκρο λειτούργησε λυτρωτικά και εκτονωτικά…