ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΔΕΛΗΒΟΡΡΙΑ

468

Αυτός ο αποχαιρετισμός είναι προσωπικός. Και απευθύνεται σε έναν από τους λιγοστούς παρόμοιου μεγέθους βροτούς που παράγει κάθε γενιά. Ανέκαθεν εξάλλου φρονούσαμε ότι η έκφραση «ουδείς αναντικατάστατος» απηχούσε περισσότερο την ανίσχυρη διαπίστωση υποταγής στην αναπόφευκτη απώλεια παρά την οντολογική επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας. Δεν είμαστε εξάλλου οι μόνοι που αναγνωρίζουμε από χρόνια ότι ο Άγγελος Δεληβορριάς διέθετε τη κοινή για κάθε άνθρωπο μοναδικότητα, η οποία όμως, για ορισμένους επίλεκτους, συνδέεται με επιτεύγματα προσφοράς ενός απροσδόκητου ποσοτικού και ποιοτικού μεγέθους.

Ουδέποτε συναναστραφήκαμε εντατικά τον Άγγελο. Η συνάντησή μας όμως, σε χώρους κοινής δράσης και ενδιαφέροντος όπως το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ή το Σωματείο «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», ήταν συχνή. Και η επαφή, ο εναγκαλισμός και ο ασπασμός του είχαν πάντα ένα, έστω και ολιγόλογο, υπόβαθρο ουσίας, βασισμένο στην πράξη, τη δική του πράξη, πριν από κάθε επιγενόμενη επαφή μας σε μια μακρά διάρκεια χρόνου. Για κάποιον, όπως εμείς, που έχουμε ζήσει με την εμπεδωμένη επίγνωση ότι η όποια δημόσια ή ιδιωτική επιβράβευσή μας αποκλειόταν να έχει θεσμικό ή επίσημο πρακτικό αντίκρισμα στήριξης στις δράσεις μας, η περίπτωση της γνωριμίας με τον Άγγελο διατηρεί μιαν απαράκαμπτη μοναδικότητα. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κάποιος την ιδία πρωτοβουλία ενός ανέκαθεν τόσο προβεβλημένου και πολυάσχολου προσώπου να σηκώσει το τηλέφωνο προς έναν προσωπικά άγνωστό του διωκόμενο και ανίσχυρο άνθρωπο, προκειμένου να επιστρατεύσει τις πολιτικές επιρροές της εμβέλειάς του; Ήταν γύρω στις 10 το πρωί εκείνης της μέρας, λοιπόν, κάπου στην πρώτη διετία του νέου αιώνα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Γεια σου! Είμαι ο Άγγελος Δεληβορριάς και σου έχω κλείσει ραντεβού με τον … (όνομα υπουργού) στο γραφείο του στη 1 το μεσημέρι».

Η συνάντηση έγινε, με αναγκαία αβρότητα εκ μέρους του πολιτικού προσώπου, αλλά χωρίς ευεργετικό αποτέλεσμα για τον ενδιαφερόμενο, όπως και άλλες που ακολούθησαν με άλλους, πάντοτε με πρωτοβουλία ενός τόσο προβεβλημένου και τόσο πολυάσχολου ανθρώπου. Γιατί ένας Δεληβορριάς καταδεχόταν να διαθέτει αφ’ εαυτού προσωπική μέριμνα και πολύτιμο χρόνο, χωρίς όχληση από εμάς και χωρίς ακόμη προσωπική σχέση πέραν της εκτίμησής στην τελειοθηρία μιας (ραδιοφωνικής) επίδοσης. Ίσως βέβαια να αποτέλεσε και για τον ίδιο δίδαγμα ορίων η εν τέλει αποτυχία του να επηρεάσει αυτή την πτυχή του πεπρωμένου μας, δέσμια, όπως και η χώρα γενικότερα, στην πανίσχυρη αδράνεια μιας πανίσχυρης μετριότητας. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η αποτυχία του και η άγνοια κινδύνου σε αυτό το τιμητικό για εμάς εγχείρημά του, να μην αποτελεί μόνο τον λόγο της ούτως ή άλλως απροσμέτρητης αλλά και ασήμαντης ευγνωμοσύνης μας, αλλά -πολύ σημαντικότερο αυτό- και το μέτρο πιστοποίησης της δικής του αγνότητας προθέσεων και πράξεων που πάντα εισπράτταμε ενστικτωδώς κατά τις σύντομες, ενδεχομένως κοινότοπες, αλλά αδιατάρακτα ουσιαστικές και ειλικρινείς στιχομυθίες μας.

Αυτή η λιτή και συχνά άναρθρη επικοινωνία βάθους ανάμεσά μας ήταν απίστευτα αποκαλυπτική της ταυτότητας του ανθρώπου που ανέλαβε πολλά χρόνια πριν την ηγεσία ενός αξιόλογου μεν, αλλά περιορισμένης εμβέλειας μουσείου, του Μουσείου Μπενάκη, και το μετέτρεψε σε επίζηλη ναυαρχίδα ενός χώρου ιδιαίτερα πλούσιου  και πολύ πιο προνομιούχου για άλλους στο πλαίσιο της αναπόφευκτης και όχι πάντα ευγενούς άμιλλας. Είμαστε οι τελευταίοι που θα είχαμε δυνατότητα να αξιολογήσουμε αυτό το πεδίο της δράσης του, αλλά οφείλουμε την ομολογία της διαρκούς ετοιμότητάς του να διευρύνει την ακτινοβολία του χώρου ευθύνης του, όπως τη ζήσαμε όταν κληθήκαμε να του μεταφέρουμε το ενδιαφέρον σημαντικού Ιταλού συλλέκτη Αφρικανικών αρχαιοτήτων για παραχώρηση των νομίμως κτηθέντων αποκτημάτων του, προς έκθεση, σε πρώτο στάδιο, στο Μουσείο του. Η οικονομική κρίση δεν του επέτρεψε δυστυχώς τελικά να οργανώσει την παγκόσμια έκθεση που ονειρεύθηκε, με ένταξη και της συγκεκριμένης συλλογής.

Κι όμως δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που ακούγαμε διαχρονικά να  ψιθυρίζουν, ανέξοδα και εκ του ασφαλούς του ημίφωτός τους, μομφές για την επικοινωνιακή ανάλωση του Δεληβορριά, κυριολεκτικά πανταχού παρόντος σε εκδηλώσεις της ποιοτικής «κοσμικής» Αθήνας. Φυσικά κυρίως από φθόνο για το αποστομωτικού όγκου και ποιότητας έργο του, περισσότερο όμως, πιστεύουμε, επειδή, κρίνοντας εξ ιδίων, τούς ήταν αδιανόητη η ανάλωση τόσου προσωπικού κεφαλαίου ενέργειας από τον Άγγελο, προκειμένου να μην υποστείλει τους οραματικούς στόχους της κύριας δραστηριότητάς του. Ήταν και αυτή η ανάλωση μέρος του κόστους που χρόνια κατέβαλλε υπέρ της θεσμικής προβολής του Μουσείου του και της διατήρησής του στην πρωτοπορία του απτού πολιτιστικού προϊόντος και της ενίσχυσης των υποδομών και των εκθεμάτων του.

Έχοντας και οι ίδιοι τη δική του προσέγγιση αυταπάρνησης υπέρ του 90χρονου εφέτος Σωματείου μας νιώθαμε τον καθημερινό του αγώνα, τα κύματα της απογοήτευσης που παροδικά υπονόμευαν το κουράγιο του,  τη συγκαταβατική μελαγχολία του για την προϊούσα αξιακή και πνευματική κατακρήμνιση της Ελλάδος. Και με αυτή την επίγνωση τον καλέσαμε να αποδεχθεί, το 2013,  την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Μέλος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, πρόταση που αποδέχθηκε με την απλότητα και την αμεσότητα που υπαγορεύει μια αμοιβαία εμπιστοσύνη, υποδόρια αλλά δυσεύρετη και ισχυρή. Σήμερα, με την ιδιότητα του Επιτίμου Προέδρου πλέον, αλλά πολύ περισσότερο προσωπικά, αποχαιρετούμε έναν άνθρωπο που η επίγνωση της απουσίας του μάς προσθέτει ρυτίδες οδύνης και ενισχύει καθοριστικά την οικειοθελή αποξένωσή μας από τον ζόφο της εθνικής μας πραγματικότητας.

Καλή αντάμωση, Άγγελε, σε έναν κόσμο καλύτερο από αυτόν που ζήσαμε και πασχίσαμε να επηρεάσουμε ευεργετικά!

Με την αγάπη και τη συντριβή ενός αδόκητου και σκληρού αποχωρισμού,

 

Αθήνα, 25 Απριλίου 2018

Κυριάκος Λουκάκος

Επίτιμος Πρόεδρος Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών