Επανεκκίνηση για την ΚΟΑ με νεανικό άρωμα γένους θηλυκού

5

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

        Αργή, βασανιστική και, ενώ γράφονται οι γραμμές αυτές, εκ νέου ανεσταλμένη αποδεικνύεται η επανεκκίνηση των θεσμικών μουσικών χώρων και των φορέων που φιλοξενούν. Σε ένα κυριολεκτικά αγνώριστης ατμόσφαιρας Μέγαρο Μουσικής, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών εμφανίσθηκε με υγειονομικά επιβεβλημένη πληρότητα 30 % και τη σωτήρια μάσκα να υποστέλλει κατ’ ανάγκην το ζωογόνο κοινωνικό πλαίσιο των συναυλιών. Έγκυροι κύκλοι του ΜΜΑ κρούουν χαμηλοφώνως κώδωνα ορατού κινδύνου αποξένωσης των μεγάλων ηλικιών από εκδηλώσεις που παρακολουθεί κατά πλειονότητα ένα γηράσκον κοινό, λόγω της ελαττωμένης εξοικείωσής του με τον ανέπαφο, αλλά και απρόσωπο, τρόπο επικοινωνίας που ισχύει λόγω της πανδημίας. Μια απώλεια που δυστυχώς δεν ισοσκελίζεται από την περιπόθητη εισροή νεαρών θεατών.

     

Theodossia-Dokou-and-the-Athens-State-Orchestra-under-the-baton-of-Fedra-Giannelou-aknowledge-ovation-[Athens-Concert-Hall,-23.10.2020]–Photo-by-Maria-Grammatikou-Photography-2

  Τούτων ούτως εχόντων, η ΚΟΑ επιστράτευσε, για τη συναυλία της 23ης Οκτωβρίου, δύο  Ελληνίδες που ενσωματώνουν ισχυρή προσδοκία για την καλλιτεχνική τους εξέλιξη. Η αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου, εκπαιδευτικό θρέμμα του Ιονίου Πανεπιστημίου, εγκαινίασε την πρώτη εκδήλωση κύκλου τιτλοφορούμενου «Επαναστάσεις και Εξεγέρσεις» με την εισαγωγή στην όπερα «Η Πολιορκία της Κορίνθου» του Τζοακίνο Ροσσίνι. Στην προηγηθείσα ανάλυση των έργων, ο συνθέτης Χαράλαμπος Γωγιός τοποθέτησε τον Ροσσίνι σε  κοσμοθεωρητικό πλαίσιο συντηρητισμού που ερίζεται αν του αρμόζει. Σε κάθε περίπτωση όμως και με ενισχυμένο ηχητικό αποτύπωμα στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», ενδεχομένως λόγω διασποράς των μουσικών, η εμπνευσμένη από την Ελληνική Επανάσταση ουβερτούρα απόλαυσε τον στρατιωτικό χαρακτήρα της επωνυμίας της, με την μαέστρο να εκτυλίσσει ανάγνωση κεντροευρωπαϊκής επισημότητας και μεγαλοπρέπειας, υπομνηστική του παράλληλου γερμανικού ρομαντισμού της εποχής.

      Για το 3ο κονσέρτο από τα 5 του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν για πιάνο και ορχήστρα, τον σχηματισμό πλαισίωσε η Θεοδοσία Ντόκου. Μετά την  ευρεία όσο και ρέουσα ανάπτυξη της μακροσκελούς ορχηστρικής εισαγωγής, με εύστοχα απειλητική τη δαμόκλειο δήλωση των κρουστών, η Ρόδια δεξιοτέχνης εντυπωσίασε με τον αδρό, μυώδη δακτυλισμό της, αναπόδραστα υπομνηστικό της επιρροής της Μάρτα Άργκεριχ που η ίδια επικαλείται στο βιογραφικό της. Ήταν μια προσωπική ερμηνεία με επιθετικά εκφραστικές εξάρσεις, αλλά και με ορισμένη πενία φωτοσκιάσεων, που επιβάρυνε και τη συνομιλία με το πόντιουμ. Η ρωμαλέα ανάγνωση της καντέντσας του α’ μέρους ανέδειξε «λιστικές» φιλοδοξίες, αλλά υπονομεύθηκε καίρια από την επιτήδευση των τελευταίων μέτρων πριν από την επωδό της κίνησης. Αντίστοιχοι πλατειασμοί, ήδη από την είσοδο του πιάνου στο λάργκο, έμοιαζαν αναίτιοι, όχι επαρκώς αφομοιωμένοι στη ροή της ανάπτυξης, ενώ το τελικό ρόντο – αλέγκρο, αν και τεχνικά άρτιο, παρέμεινε μονόχρωμο, δυσκίνητο και ογκώδες.

       Αλλά και το εναρκτήριο αλέγκρο βιβάτσε της «Ιταλικής» συμφωνίας του Φέλιξ Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, που ολοκλήρωσε το πρόγραμμα, ενστερνίσθηκε μια μεγαλόστομη, επεισοδιακή προσέγγιση, όχι κατ’ ανάγκην εστιασμένη σε προτεραιότητες καθιερωμένης ρυθμικής ελαφράδας. Μολαταύτα, η αναλυτική και στιβαρή διεύθυνση της Γιαννέλου ανέδειξε τις αρετές μιας σε κάποιο βαθμό στωικής ερμηνευτικής προαίρεσης, προσπορίζοντας βάθος κυρίως στις κεντρικές κινήσεις, ενώ επιστράτευσε επαρκές απόθεμα δυναμισμού για ένα ζωηρό και λυτρωτικό σαλταρέλλο στην ολοκλήρωση μιας συνολικά ενδιαφέρουσας και ευοίωνης βραδιάς.