Έξοδος στο φως με την ΚΟΑ

49

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

       Δεν είναι πολλές οι ευκαιρίες παράτιτλων σε κύκλους ή μεμονωμένες εκδηλώσεις που αντιμετωπίζουμε με επιδοκιμασία, κυρίως λόγω της γενικότητάς τους. Όμως «η έξοδος στο φως», που ευαγγελίσθηκε η εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, αποτέλεσε ευτυχή εξαίρεση στον κανόνα μας, απηχώντας, όπως αποδείχθηκε, τη γενική αίσθηση αίθουσας και σκηνής. Γιατί,  το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» και με αυτήν την πρώτη εκδήλωση της χειμερινής καλλιτεχνικής περιόδου 2021/22 παρουσία κοινού, ένιωθε ο καθένας, ακόμη και πίσω από την προστατευτική μάσκα, την θεραπευτική επενέργεια της φυσικής επικοινωνίας. Το βέβαιο είναι ότι τα λιγοστά λόγια του καλλιτεχνικού διευθυντή της Ορχήστρας Λουκά Καρυτινού, δευτερόλεπτα μετά την εγκάρδια επιδοκιμασία υποδοχής του κοινού στον ίδιο και τους μουσικούς του, άγγιξαν την ψυχή των παρευρισκομένων. Ιδίως όταν, διερμηνεύοντας την οδυνηρή για τους καλλιτέχνες στέρηση επαφής με το κοινό τους, εκδήλωσε τον πειρασμό του να καθυστερήσει την έναρξη του προγράμματος, προκειμένου να παρατείνει την απόλαυση της θέας των καθημένων και διψασμένων για την ίδια αυτή επαφή φιλομούσων.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα και με παριστάμενο τον ίδιο στην πλατεία, η ΚΟΑ παρουσίασε τις απαιτητικές «Μεταπλάσεις Β’» του Γιάννη Ιωαννίδη (*1930), απώτερου προκατόχου του Καρυτινού στην καλλιτεχνική διεύθυνση του σχηματισμού. Επηρεασμένη και αφιερωμένη στον Γιάννη Χρήστου,  η σύνθεση εισάγεται από τα πιτσικάτι του συνόλου των εγχόρδων και διακρίνεται για την πυκνή δομή, τις ατμοσφαιρικές ηχητικές αναζητήσεις και τη δεινότητα στη συμφωνική σύγκλιση ομάδων και μεμονωμένων οργάνων. Το έργο είναι χαρακτηριστικό μιας ιστορικής καμπής στη μουσική του 20ου αιώνα, της οποίας τόσο ο Χρήστου όσο και ο Ιωαννίδης αποτέλεσαν ενδιαφέρουσες και χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες.

Την μεσόφωνο Christa Mayer γνωρίζαμε από ετών, χάρη στις εμφανίσεις της σε παραγωγές του Φεστιβάλ Bayreuth, που, προ πανδημίας, παρακολουθούσαμε τακτικά. Ήταν η σολίστ του κύκλου «Τραγούδια για τα Νεκρά Παιδιά» του Gustav Mahler, μελοποίησης 5 από 428 (!) ποιήματα του Friedrich Rückert για την προσωπική του απώλεια. Η Γερμανίδα καλλιτέχνις υπενθύμισε με στιβαρή και φωνογενή εκφορά τις βαγκνερικές καταβολές και απαιτήσεις των μελωδιών και υποστηρίχθηκε με εμπειρία και μελοδραματική ενσυναίσθηση από το πόντιουμ, με μόνη ένσταση τη σποραδική τραχύτητα των κόρνων.   

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με την 1η συμφωνία του Johannes Brahms σε μια ρωμαλέα και δυναμικού βηματισμού ανάγνωση, που εγκαθιδρύθηκε με βαρυσήμαντη ανάπτυξη της μεγάλης εναρκτήριας κίνησης, επιτρέποντας να λάμψουν όλες οι ομάδες εγχόρδων, επίδοση η οποία δικαίωσε τόσο τα προσωπικά rubati του έμπειρου μαέστρου όσο και την εμπροσθοβαρή επιλογή του για αγνόηση της επανάληψης. Ιδεώδους χαλαρότητας και μεστού βηματισμού, το φθινοπωρινού λυρισμού andante sostenuto ανέδειξε εκφραστικό διάλογο εγχόρδων και ξύλινων. Μετά από ένα αέρινης χάρης γ’ μέρος, η ερμηνεία κορυφώθηκε με αφηγηματική συνεκτικότητα αλλά και αγωγική ευκαμψία, διασφαλίζοντας  τα αναγκαία πρόσθετα αποθέματα λυρικής και δραματικής αδρεναλίνης για την θριαμβευτική επωδό της συμφωνίας, που πνίγηκε στις ιαχές επευφημίας ενός λυτρωμένου όσο και ευγνώμονος κοινού…