«Ηλέκτρα», του Σοφοκλή

4

 

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Σκηνικά: Μικαέλα Λιακατά

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Κίνηση: Κική Μπάκα

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βοηθός σκηνοθέτη: Πάρης Λεόντιος

Α΄ βοηθός ενδυματολόγου: Ειρήνη Γεωργακίλα

Β΄ βοηθός ενδυματολόγου: Λυδία Τράντα

 

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

 

Διεύθυνση – Οργάνωση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης

Οργάνωση περιοδείας: Χριστίνα Μπάλλα

Παραγωγή: “Ars Aeterna”, «Θέατρο του Νέου Κόσμου», «5η Εποχή Τέχνης»

 

Ερμηνείες:  Λένα Παπαληγούρα (Ηλέκτρα), Στρατής Χατζησταματίου (Ορέστης), Ελισάβετ Μουτάφη (Κλυταιμνήστρα), Ιωάννης Παπαζήσης (Παιδαγωγός), Εριέττα Μανούρη (Χρυσόθεμις), Δαυίδ Μαλτέζε (Αίγισθος), Πάρης Λεόντιος (Πυλάδης)

 

Χορός: Φιόνα Γεωργιάδη, Ήβη Νικολαΐδου, Κωνσταντίνα Νταντάμη, Δανάη Πολίτη, Μελισσάνθη Ρεγκούκου, Αρετή Τίλη

 

«Ηλέκτρα»: Από τις ωραιότερες τραγωδίες αρχαίου δράματος, έργο τού  τραγικού ποιητή Σοφοκλή, με θέμα την εκδίκηση της Ηλέκτρας και του Ορέστη για τη δολοφονία τού πατέρα τους. Ανήκει στον Κύκλο των Ατρειδών.

Η Ηλέκτρα, κόρη τού Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, θρηνεί τον πατέρα της, κατηγορώντας την Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της, Αίγισθο, για τη δολοφονία του κι επειδή έχουν σφετεριστεί τον θρόνο του. Η αδελφή της, Χρυσόθεμις, συμμερίζεται τη στενοχώρια τής Ηλέκτρας κι εύχεται, και αυτή, να επιστρέψει ο αδελφός τους, Ορέστης, για να πάρει εκδίκηση, αλλά έχει συμβιβαστεί με το καθεστώς τού παλατιού, θεωρώντας πως δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Ο Ορέστης, με βοηθούς τον παιδαγωγό του και τον φίλο του, Πυλάδη, επιστρέφει κρυφά από τη Φωκίδα (όπου τον μεγάλωσε ο παιδαγωγός, για να τον σώσει από τους δολοφόνους τού Αγαμέμνονα), με σκοπό να εκδικηθεί τον σκοτωμό τού πατέρα του.  Ο παιδαγωγός φτάνει στο παλάτι και αναγγέλει πως δήθεν ο Ορέστης έχασε τη ζωή του σε αρματοδρομία, στους Δελφούς. Μετά εμφανίζονται ο Ορέστης με τον Πυλάδη, κουβαλώντας ένα αγγείο που υποτίθεται ότι περιέχει τη στάχτη τού καμένου Ορέστη.

Στο άκουσμα του σκοτωμού τού αδελφού της, η Ηλέκτρα θρηνεί σπαρακτικά, σε αντίθεση με τη μάνα της, η οποία, αντιθέτως, ηρεμεί, καθώς φοβάται πως ο γιος της θα τη σκότωνε, αν επέστρεφε. Ο Ορέστης, συγκινημένος από τον θρήνο τής Ηλέκτρας, φανερώνει την πραγματική του ταυτότητα, μόλις η μάνα του αποχωρεί. Τα δυο αδέλφια αγκαλιάζονται και κλαίνε σπαρακτικά. Έπειτα χαίρονται, επειδή ξανάσμιξαν μετά από χρόνια και τα βάσανά τους θα τελειώσουν σύντομα. Στη συνέχεια, ο Ορέστης εισέρχεται στο παλάτι και σφάζει την Κλυταιμνήστρα. Βγάζει το σώμα της έξω, το σκεπάζει με ένα ρούχο κι όταν εμφανίζεται ο Αίγισθος τού το δείχνει, λέγοντάς του ότι είναι του Ορέστη. Όταν αυτός το ξεσκεπάζει και αντιλαμβάνεται ότι είναι το σώμα τής Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης τού λέει ότι ήλθε για να εκδικηθεί και τον οδηγούν, μαζί με τον Πυλάδη, μέσα στο ανάκτορο, όπου και τον σκοτώνουν.

Η παράσταση που παρακολούθησα στο ανοιχτό Θέατρο Κολωνού είχε πολλές αρετές. Το σημαντικότερο, ακούστηκε ο ελληνικός τραγικός λόγος τού Σοφοκλή, τόσο από τους πρωταγωνιστές, όσο και από τα μέλη τού χορού, στην ωραία μετάφραση του βραβευμένου ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Η σκηνοθέτιδα και ηθοποιός Λίλλυ Μελεμέ «υπηρέτησε» σωστά το κείμενο (βοηθός σκηνοθέτη ο ηθοποιός Πάρης Λεόντιος), χαρίζοντας στο κοινό μια πολύ δυνατή και προσιτή παράσταση. Η ταιριαστή μουσική ήταν του μουσικοσυνθέτη Σταύρου Γασπαράτου. Το εμπνευσμένο σκηνικό, της αρχιτέκτονα και σκηνογράφου Μικαέλας Λιακατά (εντυπωσιακή κι ευρηματική η φωτιζόμενη είσοδος του παλατιού), ενώ, τα καλαίσθητα κοστούμια, της ενδυματολόγου και σκηνογράφου Βασιλικής Σύρμα. Α΄ βοηθός ενδυματολόγου, η Ειρήνη Γεωργακίλα και Β΄ βοηθός ενδυματολόγου, η Λυδία Τράντα.  (Θα προτιμούσα τα κοστούμια των μελών τού χορού να έχουν μεγαλύτερη «συγγένεια» με το ωραίο κι άχρονο «αποφόρι» της Ηλέκτρας, ενώ, το δικό της, στο τέλος, να μην είναι παντελόνι. Η διαχρονικότητα των έργων τού αρχαίου δράματος δεν αποδεικνύεται μέσω των κοστουμιών ή κάποιων άλλων νεωτερισμών, αλλά αυτή εμπεριέχεται στις μεγάλες και διαχρονικές αξίες τους). Τέλος, την ευφάνταστη κίνηση των ηθοποιών και του χορού δίδαξε η χορογράφος Κική Μπάκα, ενώ τους υποβλητικούς φωτισμούς δημιούργησε η σχεδιάστρια φωτισμού Μελίνα Μάσχα.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών υπήρξαν εξαιρετικές, με κορυφαία αυτήν της Λένας Παπαληγούρα (Ηλέκτρα), η οποία συγκλόνισε το κοινό, μεταδίδοντας το ρίγος τής τραγικότητας του ρόλου της. Άξιοι συγχαρητηρίων και οι υπόλοιποι ερμηνευτές, με επικεφαλής την Ελισάβετ Μουτάφη (Κλυταιμνήστρα) και τον Στρατή Χατζησταματίου (Ορέστης), οι οποίοι μάς συγκίνησαν. Εξίσου και οι ηθοποιοί: Ιωάννης Παπαζήσης (Παιδαγωγός – καλός, μα αστειευόμενος κάποιες φορές, κάτι που δεν ταιριάζει στο ζοφερή ατμόσφαιρα μιας αρχαίας τραγωδίας), Εριέττα Μανούρη (Χρυσόθεμις), Δαυίδ Μαλτέζε (Αίγισθος), Πάρης Λεόντιος (Πυλάδης), καθώς και τα μέλη τού Χορού: Φιόνα Γεωργιάδη, Ήβη Νικολαΐδου, Κωνσταντίνα Νταντάμη, Δανάη Πολίτη, Μελισσάνθη Ρεγκούκου και Αρετή Τίλη.

Οι θεατές αποθέωσαν, με ζωηρά επιφωνήματα και παρατεταμένο χειροκρότημα, όλους τους συντελεστές, στο τέλος. Μια παράσταση άξια συγχαρητηρίων. (Διάρκεια: 1 ώρα και 30 λεπτά)

 

Η παράσταση στο ανοιχτό Θέατρο Κολωνού δόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2023, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, ως προσφορά τού Δήμου Αθηναίων και του ΟΠΑΝΔΑ (Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων).

  

«Θέατρο Κολωνού»

Ιωαννίνων & Καπανέως                                            

104 44, Κολωνός

Τηλέφωνο: 21 0528 4856

 

Νίκος Μπατσικανής, ποιητής, συγγραφέας, κριτικός Θεάτρου,

μέλος τής Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών

 

Σοφοκλής (496 π.Χ.- 406 π.Χ.): αρχαίος Έλληνας τραγωδός τής κλασικής εποχής από την Αθήνα. Μαζί με τον αρχαιότερό του Αισχύλο (525 ή 524 – 456 π.Χ.) και τον νεότερό του Ευριπίδη (480 – 406 π.Χ.) αποτελούν τους μόνους τραγικούς ποιητές των οποίων έχουν διασωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Σοφοκλής συνέγραψε περίπου 123 έργα, από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες.

Γεννήθηκε στον Ίππιο Κολωνό τής Αθήνας. Ήταν γιος τού Σοφίλλου, εύπορου Αθηναίου. Έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχθηκε μουσική από τον περίφημο μουσικο-διδάσκαλο Λάμπρο και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Δεκαπενταετής, ήταν ο κορυφαίος τού χορού των εφήβων που πήρε μέρος στα Επινίκια για τη νίκη των Ελλήνων στη Ναυμαχία τής Σαλαμίνας (480 π.Χ.). Συνδέθηκε στενά με πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, ενώ κατέλαβε και διάφορα υψηλά αξιώματα στο στράτευμα, στην πολιτική, στις θρησκευτικές λατρείες και στις τέχνες.

  Ο μεγάλος τραγικός ποιητής εισήγαγε στην Αθήνα τη λατρεία τού Ασκληπιού και τιμήθηκε με το προσωνύμιο «Δεξίων», επειδή δεξιώθηκε τον θεό στο σπίτι του.  Μάλιστα, έγραψε κι έναν παιάνα για τον Ασκληπιό.

Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση έγινε το 468 π.Χ., σε δραματικό αγώνα όπου ο Σοφοκλής αντιμετώπισε τον κατά 30 χρόνια μεγαλύτερό του τραγωδό Αισχύλο, τον οποίο ο Σοφοκλής εκτιμούσε και σεβόταν, και πήρε την πρώτη του νίκη. Εκτιμάται ότι παρουσίασε, σε διαγωνισμούς, περί τις 30 τετραλογίες, με περίπου 20 από τις οποίες απέσπασε την πρώτη θέση.

Ο Σοφοκλής συνέγραψε 123 τραγωδίες, μα είναι γνωστές οι 114, από τις οποίες έχουν διασωθεί μόνο 7 ολοκληρωμένες, ανάμεσά τους οι: «Αντιγόνη» (περί το 442) και «Ηλέκτρα» (περί το 413). Άλλα έργα του που έχουν διασωθεί είναι: «Τραχίνιαι», «Οιδίπους Τύραννος», «Αίας», «Φιλοκτήτης» και «Οιδίπους επί Κολωνώ». Στο επίκεντρο των έργων τού Σοφοκλή βρίσκεται το άτομο το οποίο έρχεται σε αναπόφευκτη, τραγική και ένοχη σύγκρουση με την τάξη που εκπροσωπούν οι θεοί. Αν και ιδιαίτερα ευσεβής στη ζωή του ο Σοφοκλής, πράγμα που επηρεάζει τα έργα του, δίνει μεγαλύτερο βάρος στην ανθρώπινη στάση έναντι αυτής των θεών, παρότι το πεπρωμένο των ανθρώπων είναι αναπόδραστα προδιαγεγραμμένο από τις βουλές των θεών, οι οποίες δεν είναι, όμως πια, αυθαίρετες και τυχαίες, όπως σε παλαιότερους τραγικούς, αλλά σκόπιμες και μελετημένες.

Από τα αποσπάσματα που έχουν σωθεί, σημαντικός είναι ένας πάπυρος που διασώζει μεγάλο τμήμα από το σατυρικό δράμα του «Ιχνευταί». Άλλες τραγωδίες από τις οποίες έχουν σωθεί κάποια αποσπάσματα είναι: «Ευρύπυλος», «Νιόβη»,  «Σκύριοι», «Πολυξένη», «Θησέας», «Φαίδρα», «Λήμνιαι» και «Τηρεύς». (Βικιπαίδεια, απόσπασμα)