Λεωνίδας Καβάκος σε ενδιαφέρον και υψηλών απαιτήσεων ρεπερτόριο

19

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

    

kavakos-copyright-Maria-Banouta

   Πώς εγκαινιάζεις κριτικό σημείωμα για τον Λεωνίδα Καβάκο, φρέσκο τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, με την ευκαιρία επιστροφής του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αλλά επίσης σε χρονικό σημείο δημόσιου θορύβου γύρω από ευρύτερες πρωτοβουλίες του; Λοιπόν! Πιστεύουμε με αφετηρία την απροκατάληπτη αποδοχή της θέσης του στην παγκόσμια κατάταξη των ομοτέχνων του, συνεκτιμώντας την καθολική και παράλληλη επίτευξη στόχων της επαγγελματικής του διαδρομής και, ασφαλώς, με κατανόηση για την ζωηρή κοινωνική ευαισθησία που συχνά αναπτύσσουν διαπρεπείς καλλιτέχνες. Πολλώ μάλλον εκείνοι που συντηρούν αποκλειστικά με τους όρους της τέχνης τους το οικουμενικό ενδιαφέρον μέσα από αναρίθμητες εμφανίσεις ποιότητας στις πλέον απομακρυσμένες γεωγραφικές συντεταγμένες της υφηλίου. Επιπλέον, με τη βιογραφική αναδρομή που υπαγορεύει την προσημείωση της επερχόμενης (εν έτει 2024) 40ης  επετείου από την πρώτη συναυλιακή εμφάνισή του, το έτος 1984, εκείνη που γρήγορα τον εκτόξευσε στην κορυφή της διεθνούς ζήτησης των υπηρεσιών του. Τέλος δε, με το ενδιαφέρον που αρμόζει σε προσωπικότητες κύρους, όταν επωμίζονται τον ηγετικό δημόσιο ρόλο τους με παρρησία ανάληψης προσωπικού κόστους.

      Δεν λησμονούμε φυσικά κατά καιρούς επιφυλάξεις μας σχετικά με μιαν ορισμένη  επιτήδευση που ενίοτε αισθανθήκαμε σε  συναυλίες του, όπως στον πλήρη κύκλο των κοντσέρτων για βιολί του Μότσαρτ, τα οποία είχε ερμηνεύσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και πάντως απέσπασαν διθυράμβους με την εκδοτική τους κυκλοφορία. Σε ρεπερτόριο ρομαντικό και επέκεινα όμως, κατά τη συναυλία της 6ης Φεβρουαρίου, παρόμοιες μέριμνες σαρώθηκαν, με έναν Καβάκο αναφοράς που έστεψε την σταθερά σκανδαλιστική ακρίβεια της τεχνικής του με ερμηνευτική ευστοχία τόσο πηγαία και απέριττη όσο η επιτόπου ανάδυση της μουσικής.

        Το χρονικά και παιδαγωγικά γενναιόδωρο πρόγραμμα του σφαιρικά κατασταλαγμένου ερμηνευτή απλώθηκε σε σπανιότερα εκτελούμενα έργα καθιερωμένων μουσουργών, με έτος γέννησης εκτεινόμενο από το 1797 έως το 1952. Και για καθεμιά από τις ιδιαίτερες αυτές παρτιτούρες ο Καβάκος επέτυχε λεπταίσθητου βάθους ενδοσκόπηση, με δομική αντίληψη και ενσυναίσθηση που ελάχιστοι και σπανίως  επιτυγχάνουν. Εν πρώτοις, αναφορικά με την εκτελεστική αναβάπτιση της σονάτας σε λα μείζονα του Φραντς Σούμπερτ, αρ. κατ. D. 574, που εγκαινίασε τη συναυλία και επιβεβαίωσε εξαρχής την συμβιωτική σχέση του με τον από μακρού πιανίστα του, τον Ριμινίτη Enrico Pace.  Ακόμη πιο δυσεύρετο, μολαταύτα, θεωρούμε το προνόμιο «ζωντανής» ακρόασης της περίπλοκης σονάτας αρ. 2, Sz. 76, του Μπέλα Μπάρτοκ, προορισμένης ρητώς από τον συνθέτη, όπως και η 1η του, μόνον για κορυφαίο εκτελεστή. Η περιπλάνηση, που το πολυάριθμο κοινό παρακολούθησε με κυριολεκτική αναστολή της αναπνοής, συνεχίσθηκε με την ατμοσφαιρική απόδοση της σύνθεσης Calices (2009) της Φιλανδής Kaija Saariaho, γνωστότερης από την όπερά της «L’amour de Loin».  Αλλά και στην ώριμη 2η σονάτα σε ρε ελάσσονα, έργ. 121, του Robert Schumann, που ολοκλήρωσε τολμηρά το επίσημο πρόγραμμα, Καβάκος και Πάτσε ανέδειξαν την πρωτοτυπία και τη δύναμη της σύνθεσης σε επάξια διαδοχή θρυλικών πρώτων διδαξάντων, όπως οι Joseph Joachim και Clara Schumann!