Μέντελσον από σχηματισμό εποχής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

7

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

     Εννέα μόλις ημέρες μετά την μαζική τρομοκρατική ενέργεια της 7ης Οκτωβρίου, η φιλοξενία διεθνούς φήμης σχηματισμών στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με μια συναυλία έργων τού Felix Mendelssohn-Bartholdy (1809-1847) δεν σηματοδοτεί απλώς τον ακούσιο σαρκασμό παρόμοιας χρονικής συγκυρίας, αλλά αναπόφευκτα ενεργοποιεί αδυσώπητους ιστορικούς συνειρμούς, αφού το λαμπρό αυτό και τόσο πρόωρα χαμένο τέκνο της Γερμανικής μουσικής του 19ου αιώνα, ως γόνος επιφανούς Εβραϊκής οικογένειας, συμβολίζει όσον ουδείς -πλην ασφαλώς τού Gustav Mahler- τον ρατσιστικό αντισημιτισμό των Ναζί, που είχαν απαγορεύσει την ανάκρουση τής μουσικής αμφοτέρων, μεταξύ πολλών άλλων, ως πρελούδιο τού πρωτοφανούς Ολοκαυτώματος που έμελλε να ακολουθήσει. Και τούτο παρά το γεγονός ότι αμφότεροι είχαν ασπασθεί δόγματα τού Χριστιανισμού!

Με την κινηματογραφική ενσάρκωση τού δεξιοτέχνη τής viole de gambe Monsieur de SainteColombe έως την ίδρυση ορχηστρικού και χορωδιακών συνόλων, καθώς και δικής του δισκογραφικής εταιρείας στο ενεργητικό του, ο Jordi Savall επανεμφανίσθηκε στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) σε καμπή ωριμότητας αναφορικά με την επέκταση του ρεπερτορίου που υπερασπίζεται, από την μεσαιωνική και την «αρχαία» μουσική στην κλασική και της πρώτης ρομαντικής περιόδου. Όπλα του η 40μελής χορωδία La Capella Nacional de Catalunya, διεύρυνση και μετονομασία τής αρχικής 25μελούς La Capella Reial de Catalunya, και η -επίσης δική του- Ορχήστρα Le Concert des Nations, οχήματα αδιάκοπης, αμοιβαίας καλλιτεχνικής ώσμωσης 3 ½ και πλέον δεκαετιών. Αναμφιβόλως η ορχήστρα αυθεντικών οργάνων, έστω και ως υπερβολή για ρεπερτόριο τόσο χρονικά προκεχωρημένο, ενίσχυσε την ανατομική εμβάθυνση μιας παρτιτούρας τόσο δημοφιλούς όσο η «Ιταλική» 4η συμφωνία.

Αν κάποιος ανέμενε μεσογειακή έξαψη από Ιβηρικούς ομίλους, τότε ο Σαβάλ και οι μουσικοί του αναδείχθηκαν σε αντίδοτο των στερεοτύπων. Στωική αλλά όχι βαριά, η 4η του έμεινε σε κεντροευρωπαϊκό ερμηνευτικό πλαίσιο, με σχεδόν ρομαντικές διακυμάνσεις της αγωγής στο εσωτερικό των κινήσεων, ενισχυμένες από επίζηλη διαφάνεια της οργανικής φραστικής, αξιοποιώντας την εντέλεια και ομοιογένεια των αναλογίων για μιαν αίσθηση πρώτης ανακάλυψης στην ευφυή ανάπτυξη και τους ενδιάμεσους σταθμούς της, που επιπλέον εμπλούτισε με λεπτή υποκείμενη νοσταλγία. Η μαγεία των ηχοχρωμάτων φώτισε ιδιαίτερα το αργό μέρος με ένα φως μυστηριακής εσωτερικότητας, που αποτέλεσε αδιόρατη γέφυρα προς το menuetto, το οποίο επίσης συντήρησε διακριτική και κομψή σαγήνη. Το υδραργυρικό στοιχείο ταχύτητας, ελαφράδας και ακρίβειας επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στο καταληκτικό saltarello με τη μαγεία εγχόρδων, ξύλινων και τυμπάνων.

Μετά το διάλειμμα, η σκηνική μουσική για το «Όνειρο θερινής νυκτός» τού W.Shakespeare, κίνηση αβρότητας προς την οικοδέσποινα Αθήνα, όπου το έργο διαδραματίζεται, ερμηνεύθηκε με ασφάλεια και ενθουσιασμό από σολίστ και χορωδία, σε πλαίσιο όμως πιο συμβατικό από την αποκαλυπτική 4η. Η οικονομημένη αφήγηση τού Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη υπηρέτησε το σκοπό της και άθελά της ενίσχυσε τη συνειδητοποίηση της καλοκαιρινής έξαψης τής Johannisnacht των «Αρχιτραγουδιστών» τού Βάγκνερ και την σαιξπηρική διασύνδεση αμφοτέρων έργων με την διαχρονική ανάγκη πρόσκαιρης διαφυγής από όρια της σύνεσης και της κανονικότητας…