Μέσα Χώρα χωρίς … ενδοχώρα

10

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Μέσα Χώρα χωρίς … ενδοχώρα

      Η όπερα «Μέσα Χώρα» του Γιάννη Αστερή, σε μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου και σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, μάς συναπάντησε σε μιαν ιδιαίτερη για κάθε άνθρωπο καμπή. Παρακολουθήσαμε, με καθυστερημένα αντανακλαστικά, την τελευταία παράστασή της, στις 13 Ιουλίου, ενώ το κείμενό μας γράφτηκε με νωπή την απώλεια υπερήλικα γεννήτορά μας. Η διακηρυγμένη ταύτιση λιμπρετίστα και μουσουργού υπενθύμισε ευεργετικές εντάσεις του Βέρντι και του Πουτσίνι με τους ποιητές τους, ένας αναμενόμενου αυτοματισμού συνειρμός σε θερινή περίοδο, μετά από «Ριγκολέττο» και πριν από μια «Τόσκα»! Στα «συν» των προσδοκιών μας, η ανάκληση από την εφεδρεία προβεβλημένων και μη παλαιμάχων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, αλλά και ερασιτεχνικών σχημάτων, όπως η Διαπολιτισμική Ορχήστρα και Χορωδία 65+ των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων της ΕΛΣ, καθώς και η επιστράτευση εκπροσώπων του «έντεχνου» τραγουδιού, και μάλιστα του βαθμού καθιέρωσης και  θαυμασμού που συνοδεύει ονόματα σαν αυτά της  Σαβίνας Γιαννάτου και της Έλλης Πασπαλά. Πώς λειτούργησε όμως η σύνθεση όλων αυτών των υλικών και παραμέτρων;

      Το έργο στοχεύει, κατά τις προθέσεις των δημιουργών του, στην ανάδειξη του δράματος των μοναχικών ηλικιωμένων που διαβιούν με σύντροφο τις ασθένειες και πεθαίνουν ενίοτε άγνωστοι σε περιοίκους και συνοίκους τους. Εισάγεται με ένα ενδιαφέρουσας ανάπτυξης χορωδιακό, ενώ η σπονδυλωτή άρθρωσή του περιλαμβάνει σύντομες σκηνές που εναλλάσσουν ένα τονικό ιδίωμα με εκδρομές στην ατμόσφαιρα του παλιού «αστικού» τραγουδιού. Την «όπερα χωρίς πράξεις» ολοκληρώνει ένα εκτενές «εξοδικό του νερού», ως εξωτικό επιμύθιο μιας παραστατικής διαδρομής που όμως, στο κύριο μέρος της, απέτυχε να διαπεράσει «δι’ ελέου και φόβου» την επιφάνεια τής αρχέγονα τραγικής θεματικής της. Ακριβώς επειδή «το έργο δεν κατοικήθηκε από ανθρώπινους χαρακτήρες», όπως ομολογείται από τον Αστερή σε κοινή συνέντευξη συντελεστών του προγραμματικού τόμου, η λυρική αφήγηση δεν αποβαίνει τελικώς καθαρτήρια.

      Οι ενδιαφέρουσες αναφορές των συντελεστών, από τον Ιαπωνικό καπιταλισμό έως τον Μπέκετ, δεν ισοσκέλισαν την απουσία χώρου και ενδοσκόπησης σκηνικών χαρακτήρων. Αποζητήσαμε μάταια τούς γνώριμους  «τύπους στην Κυψέλη, στην Καισαριανή, στο Παγκράτι», στο Βύρωνα, ως dramatis personae, αναβαπτισμένους στο δραματουργικό μέγεθος μιας αντάξιας των παθημάτων τους θεατρικής και μουσικής εμπειρίας. Αν η ποίηση είναι μετάσταση τής ζωής σε -όχι απαραιτήτως έμμετρη- τέχνη, τότε ο λόγος που επιστρατεύθηκε ως βάση μελοποίησης ενός από τα κορυφαία ερωτήματα της ανθρώπινης ζωής δεν αποδείχθηκε επαρκώς φορτισμένος για την απαιτητική μίμηση τού ύστατου και απαρηγόρητου ανθρώπινου πόνου. Έτσι, η μουσική των διαδοχικών εικόνων παρέμεινε κι αυτή αμήχανη, άβολα καθισμένη πάνω στο λόγο, χωρίς την ένταση που δικαιώνει το μελοδραματικό είδος. Σκηνές μάλιστα, όπως η «ξερή» των ασθενειών, αποτέλεσαν προκλητική έκπτωση σε μακάβρια σάτιρα, πασπαλισμένη με βερμπαλιστική, αλλά άγευστη άχνη ανώδυνης κοινωνικής ορθότητας. Ακόμη και το προνόμιο σκηνικής εμφάνισης μιας Μαρίνας Κριλοβίτσι δεν ενέπνευσε δυστυχώς μιαν άρια που να εντυπωθεί αξιομνημόνευτα στην ψυχή και τη σκέψη. Μια ευπρόσδεκτη, λοιπόν, αν και δαπανηρή πρωτοβουλία, που φευ παρέμεινε ανεκπλήρωτη υπόσχεση…