ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

6

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΜΙΚΗΣ  ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

                                                                                         Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος

Με δεδομένη την αμηχανία μπρος στην πρόκληση της σύνοψης οποιουδήποτε βίου, εκείνη της προσαρμογής του  Μίκη Θεοδωράκη στο Α4 μιας λευκής σελίδας μοιάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Ανοικονόμητος ως πανύψηλη φυσική παρουσία, απλωμένος σε δυσθεώρητο εύρος βιοτικών και καλλιτεχνικών δράσεων, εμβληματικός στη συνεκδοχή ταυτότητας που ενσάρκωσε πρώτα για έναν ολόκληρο λαό και εν τέλει για ένα ολόκληρο έθνος. Και, ας το ομολογήσουμε, το έσχατο πρόσωπο της εποχής των «μύθων», προτού η τεχνοκρατία και η οικονομία αφυπνίσουν οριστικά και αμείλικτα όσους επέμεναν σε ουτοπικά ενύπνια.

       Γεννημένος το κατακαλόκαιρο του 1925, ο «λέων» της Κρήτης επιβεβαίωσε στο ακέραιο την ηρωική υπόσχεση της ζωδιακής του ταυτότητας. Στη  διαδρομή μιας πλήρους ημερών  ζωής, κατόρθωσε να συνδυάσει ενώπιον ενός πανανθρώπινου ακροατηρίου την πηγαία  μουσική του επίδοση με την έννοια της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και μάλιστα  με τρόπο τόσο ευθύ και άμεσο όσο ίσως μόνον ο Μπετόβεν είχε κατορθώσει, πριν απ’ αυτόν,  στην Ενάτη του και στον «Φιντέλιο». Αμέτρητες φορές πολιτικός κρατούμενος ο ίδιος, ο Θεοδωράκης βίωσε την ελευθερία ως άρρηκτα συνδεόμενη με την ειρήνη και την αδελφοσύνη λαών και ανθρώπων, αντίληψη που, ευτυχώς, είχε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει και αφού οι έννοιες αυτές είχαν πάψει να έχουν την φορμαλιστική χρήση του πολιτικού χώρου που τον στέγασε στο μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του ζωής. Υπό αυτήν την έννοια, ακόμη περισσότερο ίσως και από τη Μαρία Κάλλας, ο Θεοδωράκης υπήρξε η προσωπικότητα που συνόψισε στην παγκόσμια κοινή συνείδηση, φιλόμουσων και μη,  μιαν ιδεαλιστική αντίληψη της νέας Ελλάδας, που είχε και έχει ανάγκη ένας τόπος με λαμπρό παρελθόν και  αβέβαιη επικαιρότητα.

     Δεν θα λησμονήσω ποτέ τον εν έτει 1983 συμμαθητή μου από τη Νικαράγουα, σε θερινό σχολείο εκμάθησης της γερμανικής γλώσσας στον Μέλανα Δρυμό, που, στο άκουσμα της χώρας προέλευσής μου αντέτεινε, χωρίς άλλο σχόλιο, το όνομα του Θεοδωράκη, μαζί με εκείνα του Καβάφη και της Φαραντούρη, ως ένδειξη για την εκ μέρους του αναγνώριση της εθνικής μου ταυτότητας. Ούτε έχει ατονίσει από την παρέλευση του χρόνου το ρίγος της «αίθουσας Φίλων της Μουσικής» του Μεγάρου των Αθηνών, όταν, σε «μετά DDR εποχή», ο σπουδαίος αρχιμουσικός Kurt Masur, πρωτεργάτης ο ίδιος της αναίμακτης πολιτικής μετάβασης στον τόπο του, προτού σηκώσει τη μπαγκέτα για τον αθηναϊκό του κύκλο συμφωνιών τού Μπετόβεν, απευθύνθηκε από το πόντιουμ προς τη διακεκριμένη ζώνη αναφωνώντας «Kalispera, Mikis Theodorakis»! Έσχατη αλλά κάθε άλλο παρά ελάχιστη εμπειρία οι δύο τρίωρες περίπου συναντήσεις μας σε στενό κύκλο και με την απαράμιλλα κοντινή θέα της Ακρόπολης από το παράθυρό του, εν όψει της βράβευσής του από την «Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών» το 2016 με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου για το σύνολο της σκηνικής του μουσικής,  μιας μόνον από τις πτυχές της πολυσχιδούς του δημιουργίας. Μια αναπάντεχη, όπως μάς ομολόγησε  αναγνώριση, συγκινησιακά φορτισμένη για «έναν συνθέτη, ο οποίος, σε καλλιτεχνική διαδρομή  70 χρόνων,  συνέθεσε 40 και πλέον μουσικές για το Θέατρο και το Χορό, από την  Όμορφη Πόλη μέχρι τη Γειτονιά των Αγγέλων,  από τον Προδομένο Λαό μέχρι τους Πολίτες Β’ Κατηγορίας, και από τον Ζορμπά μέχρι τον Ορφέα και Ευρυδίκη, ένα συνολικά σημαντικό κεφάλαιο της δημιουργίας του άξιο περαιτέρω έρευνας και εμβάθυνσης», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το σκεπτικό.  

      Επιχειρώντας απολογισμό της ζωής και της πορείας του Μίκη Θεοδωράκη οφείλουμε να προσαρμόσουμε τα μεθοδολογικά εργαλεία στην πληθωρικότητα και την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου. Στην περίπτωσή του, εξ άλλου, η απαρίθμηση έργων, σταθμών, επιτευγμάτων ή αδυναμιών κινδυνεύει να αποδειχθεί άμοιρη της ουσίας, μιας ουσίας που συνδύασε με κάθε όρο ελληνικής υπερβολής  παραφορά ζωής, πεποίθησης, δήλωσης και δημιουργίας. Τόσο στο πεδίο της μουσικής όσο και σε εκείνο της πολιτικής, ο Θεοδωράκης τόλμησε να πορευτεί, να συγκεράσει τις αντιλήψεις του με τα βιώματά του, να παραβλέψει αφετηρίες χάριν προορισμών. Πολιτικά, το γεγονός ότι ο λόγος του, όπως κι αν τον αξιολογεί καθένας, παρέμεινε επίκαιρος και εγερτήριος, από τα χρόνια της πρώτης «δεκεμβριανής» στράτευσής του, διαμέσου της συμβολής του στην πρώτη μετεμφυλιακή κυβερνητική σύμπραξη δεξιάς και αριστεράς,  μέχρι και την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης κι ακόμη πιο πέρα, σημαίνει κάτι που οφείλουν να συνεκτιμήσουν όσοι πολλοί, οι περισσότεροι,  κατά καιρούς τού χρέωσαν ευκαιριακές προθέσεις και ιδιοτέλειες.

      Αλλά και η μουσική του προσφορά αψηφά αλόγιστα, αυθόρμητα και γοητευτικά τη στερεοτυπία: το αργότερο μετά την αποκαλυπτική παρουσίαση, το 2013, της ραψωδίας του «Κύκνειο άσμα» και της «Λειτουργίας εις κεκοιμημένους», ο συνθέτης των 1000 τραγουδιών, ο τιμημένος με «Βραβείο Korngold» μουσικός επενδυτής του «Σέρπικο» και του «Ζορμπά», ο δημιουργός των μεγάλων ορατορίων μιας συγκεκριμένης «Ρωμιοσύνης» οφείλει να ανιχνευθεί σε διακριτικότερες γωνιές της λόγιας δημιουργίας του, όπου ο λυρισμός της γραφής του βρίσκει γνησιότερη έκφραση από την -πιο προβεβλημένη στα χρόνια της κοινής ευμάρειας και της προσωπικής του αποκατάστασης- συμφωνική ή μελοδραματική του επίδοση.

       Ο Θεοδωράκης μίλησε πολύ, με όλη την ένταση εκείνου που, επανειλημμένα, επιχειρήθηκε να φιμωθεί. Θυμάμαι ακόμη τη νηπιακή μου απορία στη διάρκεια της δικτατορίας, όταν ο πατέρας μου επισήμανε χαμηλόφωνα πως κάποιες 45ρες «πλάκες» με τραγούδια του που είχαμε σπίτι μας ήταν απαγορευμένες. Κι όμως! Εκείνος που προώθησε διεθνώς όσο ελάχιστοι μέσω της μουσικής του, έστω και με προσωπικό και όχι καθολικά αναντίρρητο τρόπο, την υπόθεση της νεοελληνικής ποίησης ως προνομιακού πολιτισμικού κεφαλαίου της σύγχρονης μικρής Ελλάδας, γνώρισε την απαγόρευση εκτέλεσης και ακρόασης του στην ίδια του τη χώρα!  

        Σε κάθε περίπτωση, ο μαθητής του Olivier Messiaen (1908 – 1992, που με τη σειρά του είχε εκπαιδευθεί πλάι στον Paul Dukas, τον Maurice Emmanuel, τον Charles-Marie Widor και τον Marcel Dupré!),  και του Eugène Bigot (της σχολής του Gabriel Fauré, 1888 – 1965), αλλά και του Φιλοκτήτη Οικονομίδη (μαθητή του Μανώλη Καλομοίρη, 1889 – 1957), ολοκλήρωσε τη μουσική του διαδρομή επιστρέφοντας κυκλικά στις ευρωπαϊκές καταβολές της νιότης του και ομνύοντας κατ’ εξοχήν στην κεντροευρωπαϊκή καλλιτεχνική του ταυτότητα, διόλου ασύμβατη στην αντίληψή του -αλλά και στη δική μας- με τον αγώνα της χειμαζόμενης χώρας του απέναντι στην απαξίωσή της. Αγώνα,  στην κεφαλή του οποίου έθεσε τον εαυτό του, χωρίς οποιαδήποτε περιστροφή, σε πείσμα της εύθραυστης υγείας του και αδιάφορος έναντι της μομφής λαϊκισμού που δέχθηκε. Ένας ύστατος συγκερασμός αντιπόδων, λοιπόν, από τους πολλούς που ο Θεοδωράκης επιχείρησε στη διάρκεια μιας ζωής έμπλεης αντισυμβατικών παρεμβάσεων και υπερβάσεων και, ταυτόχρονα, μια βαρύνουσα παρακαταθήκη που οφείλει να αξιοποιηθεί παιδαγωγικά για την επείγουσα διαμόρφωση μιας πατριωτικής ταυτότητας θετικού αυτοπροσδιορισμού, ευαισθητοποιώντας, εντός και εκτός Ελλάδος, ακόμη και ώτα μη ακουόντων…

Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ της Παρασκευής 3.09.2021