Μικρά Ασία από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

18

τού Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

       Δεν ήταν μια από τις αναμενόμενες συναυλίες τής Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών εκείνη τής 11ης  Νοεμβρίου, υπό την έννοια ότι απουσίαζε από το πρόγραμμα εκείνο το δημοφιλές έργο ρεπερτορίου που θα λειτουργούσε ως μαγνήτης για το τακτικό κοινό των οιονεί συνδρομητών τού Σχηματισμού. Συνηθισμένος από τις αλησμόνητες συναυλίες του με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, ο Μίλτος Λογιάδης παρουσίασε έναν περιπετειώδη συνδυασμό από 5 έργα Ελλήνων συνθετών ως κύριο πιάτο μιας εκδήλωσης προορισμένης να τιμήσει την αποφράδα εκατονταετηρίδα τής μεγαλύτερης καταστροφής τού Ελληνισμού. Με βαρύ και ευπρόσδεκτο το αποτύπωμα τής μουσικολογικής έρευνας, η συναυλία μολαταύτα δεν χάρισε, με την καταληκτική «Χορευτική Σουίτα» του Μπέλα Μπάρτοκ, τουλάχιστον στον συγκεκριμένο ακροατή, τη λυτρωτική επίγευση ενός περισσότερο οικείου και εύπεπτου ερεθίσματος μετά την ιστορικά ενδιαφέρουσα, αλλά σε ικανό βαθμό ανισότιμη ακολουθία πρώτης επαφής με ούτως ή άλλως απαιτητικά ακροάματα. Αν θίγουμε αυτόν τον προβληματισμό για την εναλλαγή του «ύψους» και τού «βάθους» τής γνωστής ρήσης, είναι επειδή θεωρούμε πως ο συνδυασμός τους εγγυάται μιαν υγιέστερη ποσόστωση ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης, περισσότερο ελκυστική σε ένα νεανικό κοινό που εναγωνίως επιζητούμε.

Όπως εξελίχθηκε η βραδιά, ο προβληματισμός μας ενισχύθηκε από το γεγονός ότι τα δύο περισσότερο ελκυστικά έργα ανακρούσθηκαν στην αρχή τής συναυλίας, με πρώτο το συμφωνικό πρωτόλειο «Βυζαντινό Τρίπτυχο» (1946) τού Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη (1908-1996), αρ. καταλόγου ΚΚ 4Α, στην μόνη σωζόμενη μεταγραφή τού ιδίου για ορχήστρα εγχόρδων, που επιβεβαίωσε αβίαστα την συνθετική και ενορχηστρωτική του δεξιότητα για ένα έργο που αξίζει κεντρικότερης θέσης στο ρεπερτόριο τής ΚΟΑ.

Βασισμένη στην ποιητική συλλογή «Μελίτα Γκαμπές» τού Γιώργου Σεφέρη, η ομώνυμη σουίτα για λύρα (πολίτικη) και συμφωνική ορχήστρα αποτελεί μια τολμηρή προσπάθεια τού Δημήτρη Μαραγκόπουλου να μεταφέρει τον συμβολισμό αυτού τού μεγάλου γεωγραφικού και μετεωρολογικού τριγώνου τής Μεσογείου στο επίπεδο τού ευπρόσδεκτου οραματισμού «ότι ο δυναμικός διάλογος διαφορετικών πολιτισμών και μουσικών ειδών μπορεί να οδηγήσει σε δρόμους γόνιμους, απρόβλεπτους και θαυματουργούς». Αφιερωμένη στους γονείς τού συνθέτη, η σουίτα όντως συνδύασε τον εμβληματικό καημό τής Ανατολής από τη λύρα τού Σωκράτη Σινόπουλου (πρβλ. την καντέντσα τής δ’ κίνησης) με ευρωπαϊκή αύρα (έναρξη τού γ’ μέρους), ενώ επιφύλαξε ενδιαφέρουσα ανατολίτικη χρήση στα κρουστά για το καταληκτικό 5ο.

Η αποκατάσταση και η επιμέλεια, από τον Γιάννη Τσελίκα, των δύο συνθέσεων για βιολί και ορχήστρα (τού «Νυχτερινού» και τής τριμερούς σουίτας «Νησιώτικες ζωγραφιές») τού Μανώλη  Καλομοίρη, που ακολούθησαν σε συνεχή ροή, ευτύχησαν να τύχουν τής συνηγορίας τού Σίμου Παπάνα, αποτύχαμε μολαταύτα να υποκύψουμε στη σαγήνη τής εξαμερούς «Ιωνικής Σουίτας» τού Πέτρου Πετρίδη (1892-1977), σύνθεση που προσλάβαμε ως φλύαρη και ανούσια.  Θα επιμείνουμε λοιπόν ότι μια ακόμη σουίτα, έστω και προερχόμενη από την γραφίδα ενός συνθέτη τής εμβέλειας του Μπέλα Μπάρτοκ, δεν ήταν πρόσφορη να προσπορίσει  εκείνη την καταληκτική ύψωση με αντίκτυπο στο βίωμα, όπως καλεί η οδυνηρή επέτειος στην οποία ήταν αφιερωμένο το γεγονός….