«Νεραϊδοβασίλισσα» του Πέρσελ με άλλο στόρυ από την ΕΛΣ

145

Fairy Queen 2018 [3] © Ανδρέας ΣιμόπουλοςΟι σκηνικές μουσικές του Έντβαρντ Γκρηγκ, για τον «Πέερ Γκυντ» του Χένρυκ Ίμπσεν,  και του Φέλιξ Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, για το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ, είναι οι  διαχρονικά επιτυχέστερες του είδους αυτού, αφού υπηρετούν ατμοσφαιρικά το θεατρικό κείμενο και με  αυτοτελώς αξιομνημόνευτη μελωδικότητα. Μέρη της πρώτης μάλιστα ακούσαμε στην ενδιαφέρουσα παραγωγή του Δημήτρη Λιγνάδη για το Εθνικό Θέατρο,  χωρίς αναφορά του μουσουργού στην οικεία καταχώρηση του προγράμματος, ώστε  θεατρικές κριτικές να μην πιστώνουν ούτε κατ’ ελάχιστον τη «μουσική επιμέλεια» στον από μακρού (1907) αποβιώσαντα Νορβηγό! Η μουσική του Μέντελσον πάλι συνδυάζεται ιδανικά με το  σαιξπηρικό opus, όπως αποδεικνύει η ιστορική ηχογράφηση του Θιάσου Όλντ Βικ υπό τον Σερ Μάλκολμ Σάρτζεντ (EMI ALP 1262-4, 1954), στην οποία είχαμε προ ετών αφιερώσει ειδική «Βραδιά Όπερας» από το Γ’ Πρόγραμμα, δοκιμάζοντας την πολυμέρεια των μελομανών ακροατών μας.

Fairy Queen 2018 [2] © Ανδρέας Σιμόπουλος  Για τον Henry Purcell (1659-1695) όμως και τη δική του «Fairy Queen» (1692) το σενάριο του Σαίξπηρ (όχι η ποίησή του) αποτελούσε απλώς αφετηρία για ένα σύνθετο θέαμα αποκαλούμενο «semi-opera». Η διασκευή συμπληρωνόταν από μουσικά επεισόδια, τις λεγόμενες «masques», γενικής θεματικής αναφοράς (του Ύπνου, των Εποχών, του Υμεναίου…). Στις 12 Μαΐου παρακολουθήσαμε μια μουσική σύνοψη της «ημιόπερας»  χωρίς ενδιάμεση πρόζα. Εγκαταλείποντας, δικαιολογημένα  χωρίς αναστολές, τον εξαρχής απώτερο Σαίξπηρ για μιαν «αρκαδικής» έμπνευσης αναφορά στο μοιραίο ειδύλλιο Απόλλωνος και Δάφνης, ο Γιάννης Σκουρλέτης και η γνωστή από αξιόλογες επιδόσεις ομάδα «bijoux de kant» αξιοποίησαν ευφυώς τον εξίσου άσχετο Οριενταλισμό των αρχικών παρουσιάσεων ως επιχείρημα για την αναπαράσταση ενός παγανιστικής προϊστορίας χοροθεατρικού τελετουργικού δρώμενου ανδρών από τη Νάουσα της Ελληνικής Μακεδονίας.  Τα εντυπωσιακά κοστούμια για τους «γενίτσαρους» και τις «μπούλες», που επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, δημιούργησαν ένα εξωτικό tableau vivant στο βάθος της σκηνής, υποβλητικά φωτισμένο από τη Χριστίνα Θανάσουλα,  ώστε να αποσπάται η προσοχή από το δραματουργικά αδιάφορο ποιητικό κείμενο, ακόμη πιο πληκτικό στην μετάφραση των υπερτίτλων της Εναλλακτικής Σκηνής του Φαλήρου. Η διονυσιακή προέλευση του εθίμου, ωστόσο, και η εν γένει ακραία βακχική εμφάνιση και κίνηση του γενειοφόρου χορογράφου και χορευτή Τάσου Καραχάλιου, που μόνον στο Φοίβο δεν παρέπεμπε, ήταν επιπλέον μετωπικά αταίριαστα προς την μάλλον «απολλώνια»  μουσική.

Fairy Queen 2018 [4] © Ανδρέας Σιμόπουλος  Στη «νέα αφήγηση» η έμπειρη και εξειδικευμένη μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα (Δάφνη) δικαίωσε ευφωνικά και με ασφαλή αίσθηση του ύφους τις βαθυβίωτες λυρικές μονωδίες του Πέρσελ. Πλαισιώθηκε από έναν ισχυρό σχηματισμό διακεκριμένων μονωδών. Ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανός (Θέρος), ο τενόρος Γιάννης Καλύβας (Φθινόπωρο), η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου (Άνοιξη) και ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός (Χειμώνας) εμπλούτισαν ιδιωματικά,  με τις θυμικές «εποχικές» παρεμβάσεις τους, το ακρόαμα. Καθοριστική φυσικά υπήρξε η  ενθουσιώδης, ζωηρή, ενημερωμένη και παράλληλα παρεμβατική διεύθυνση του Μάρκελου Χρυσικόπουλου, επικεφαλής της -εξαίρετα διδαγμένης από τον Σταύρο ΜπερήΧορωδίας του Δήμου Αθηναίων και  μιας καλά προετοιμασμένης Latinitas Nostra. Διεύθυνση πειστική ακόμη και στα ίσως υπερβολικά καταληκτικά ritenuti μουσικών περιόδων που λειτούργησαν όμως επιτατικά για την εκφραστικότητα της μουσικής.