Ντον Τζιοβάννι (Γ)

16

Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση γύρω από την δημιουργία της κορυφαίας όπερας του Β.Α.Μότσαρτ (1756-1791) «Ντον Τζιοβάννι» με αφορμή της παρακολουθήσεώς της διαδικτυακά από την Λυρική μας Σκηνή, είμαστε δυστυχώς υποχρεωμένοι να γίνουμε δυσάρεστοι προς τους υπεύθυνους  του μοναδικού Λυρικού θεάτρου της χώρας μας, κυρίως λόγω του σεβασμού προς την εφημερίδα που επι τόσα χρόνια φιλοξενεί την μουσική στήλη, αλλά και την μοναδική συνθετική προσωπικότητα του δημιουργού της ως άνω όπερας.

          Διότι ο μεγάλος αυτός κλασικός, είναι ο καλλιτέχνης που με τις όπερές του κατόρθωσε να συμβιβάσει άριστα την μελωδία με την απαγγελία και να παρουσιάσει μία έξοχη περιγραφή των χαρακτήρων των έργων του που αποτελούν ένα θαύμα τέλειας ισορροπίας. Οι συνθέσεις του αναμφισβήτητα αποτελούν έναν προάγγελο της ρομαντικής εποχής ενώ παράλληλα, σύμφωνα με τους ειδικούς, η τέχνη του είναι πολύ δύσκολα να εκτιμηθεί ακόμα και σήμερα, και έχουν πραγματοποιηθεί πολύ λίγα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

          Ο σημερινός Δ/ντής της Λυρικής Σκηνής Αθηνών, ισχυρίζεται ότι αυτός και οι συνεργάτες του προσπαθούν να επιτύχουν την εξωστρέφεια των έργων που παράγουν με την γενναιοδωρία του Ιδρύματος Νιάρχου, μεσω της δημιουργίας ακριβών και μεγαλοπρεπών έργων σε συνεργασία με άλλες Ευρωπαϊκές Σκηνές.

          Δυστυχώς με την  βιντεοσκόπηση του «Ντον Τζοβάννι» και την ανάθεση της σκηνοθεσίας σε κάποιον Τζων Φουλτζέϊμς, δεν επέτυχαν παρά μία ύβριν και μία προσβολή προς το τεράστιο αυτό έργο τέχνης.Ακριβώς όπως θα ήταν ανοσιούργημα τα γκράφιτις στις κολώνες του Παρθενώνος, ή η παραλλαγή σε εγκληματικές φυσιογνωμίες των αγίων και ιερέων στον περίφημο πίνακα του Ελ Γκρέκο «Ο ενταφιασμός του Πρίγκηπα Οργκάθα».

          Χωρίς να είμαστε αντίθετοι σε κάποιες εποχιακές σκηνοθετικές μεταθέσεις, και παραβλέποντας την μεταφορά του έργου στην σύγχρονη εποχή όπου η υπόθεση διεξάγεται σε κάποιο ξενοδοχείο από τον σκηνογράφο Ντικ Μπερντ και με σύγχρονα κοστούμια της Ανμαρι Γουντς,αισθανθήκαμε  ντροπή για την δήθεν ρηξικέλευθη φαντασία του σκηνοθέτη διότι αυτή, όταν υπάρχει, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε συνθέσεις σύγχρονες με την ανάλογη μουσική.

Διατρέχοντας τις παντελώς άσεμνες σκηνές,  επισημαίνουμε την απαράδεκτη και φρικιαστική μετατροπή του πέτρινου αγάλματος του νεκρού Διοικητή που αναφέρει το λιμπρέτο, σε ένα προϊόν κρεοπωλείου, δίπλα σε εκκρεμή βοοδειδή προς πώληση!

          Ως προς την  επιλογή των τραγουδιστών καταφανώς το ανδρικό καστ, υπερτερούσε του γυναικείου.

          Με μαέστρο τον Ντάνιελ Σμιθ, άξιος συγχαρητηρίων ο Ντον Τζοβάννι του Τάση Χριστογιαννόπουλου με αρίστη ποικιλία εκφράσεων,  άνετη τραγουδιστική γκάμμα και τέλεια εκφορά λόγου. Το ίδιο κατ΄αναλογία, θα λέγαμε και για τον Λεπορέλλο του Τάσου Αποστόλου, του Ντον Οττάβιο του Γιάννη Χριστόπουλου του Μαζέτο του Νίκου Κοτενίδη και του Διοικητού του Πέτρου Μαγουλά.

          Από το γυναικείο καστ, η Τσερλίνα της Χρύσας Μαλιαμάνη διακρίθηκε για την σωστή τεχνική της και την μελετημένη παρουσίασή της ενώ θεωρούμε τελείως ακατάλληλες  τόσο την Ελβίρα της Αννας Στυλιανάκη όσο και την Ντόνα Αννα της Βασιλικής Καραγιάννη, η πρώτη για την τονική της αστάθεια, η δε δεύτερη για την φωνητική της ακαταλληλότητα  στον συγκεκριμένο ρόλο.

          Η συνοδεύουσα ορχήστρα, δεν ακούσθηκε σε πολλά σημεία με ενιαίο ήχο, αλλά αυτό ίσως να οφείλεται στον διαδυκτιακό τρόπο εγγραφής.

          Συμπερασματικά, οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις οιουδήποτε είδους, πρέπει πάντα να παρουσιάζονται σύμφωνα με τις εμπνεύσεις των δημιουργών τους  και χωρίς καμμία διαστρέβλωση,διότι τότε μόνον, θα είναι ικανές να διαπαιδαγωγήσουν το κοινό. Όταν η Τέχνη δεν είναι παιδαγωγική, δεν πληροί τον προορισμό της.

                     

                                       Σοφία  Θεοφάνους