Παππάνο και Ευρωπαϊκή Ορχήστρα Δωματίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

21

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

         Στο πλαίσιο ενός προφανώς συνεπτυγμένου προγράμματος μετακλήσεων ορχηστρών και μαέστρων από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ιδιαίτερη θέση οφείλεται στην πρόσφατη φιλοξενία τού Ιταλικής καταγωγής Βρετανού Sir Antonio Pappano, ενός από τους διεθνώς πλέον δραστήριους και επικοινωνιακούς αρχιμουσικούς τής γενιάς του. Με νεανική θητεία στη δουλειά βάσης που αποτελεί η μουσική προετοιμασία και μάλιστα σε ένα λυρικό θέατρο με περιπετειώδεις αναζητήσεις, όπως υπήρξε μέχρι την κατάργησή της η Δημοτική Όπερα τής Νέας Υόρκης, ο Τόνυ Παππάνο υπήρξε βοηθός τού Ντάνιελ Μπάρενμπόιμ στο Φεστιβάλ Μπάυρώιτ και μοιράζεται με κείνον την αγάπη στη συνεργατική, διαλεκτική άσκηση τής μουσικής δωματίου. Έχοντας επιβεβαιώσει in loco την εν έτει 2005 βαγκνερική του ευφράδεια στο πόντιουμ τής κατά Στέφανο Λαζαρίδη «Βαλκυρίας», κατανοούμε το αδιατάρακτο χρονικό εύρος τής θητείας του ως καλλιτεχνικού διευθυντή τής Βασιλικής Όπερας Κόβεντ-Γκάρντεν, που εγκαινιάσθηκε το 2002 και προβλέπεται να ολοκληρωθεί το 2024, με αντίστοιχη προσήλωσή του στην Ορχήστρα τής Ακαδημίας τής Αγίας Καικιλίας τής Ρώμης (2005-2023), επικεφαλής τής οποίας τον απολαύσαμε τον Δεκέμβριο τού 2017. Την εγκαταλείπει οσονούπω αναλαμβάνοντας την Συμφωνική τού Λονδίνου, μια αμφίπλευρα ασφαλής μεταγραφή, όπως διαπιστώσαμε επ’ ευκαιρία συνεργασίας τους στο Μπάρμπικαν Χωλ τον Μάρτιο τού 2018.

        Για την αθηναϊκή εμφάνισή του τής 26ης Νοεμβρίου ο συνδυασμός του με την ευάριθμη σύνθεση τής Chamber Orchestra of Europe κατέγραψε ως αντισταθμιστικό όφελος το ενδιαφέρον πρόγραμμα. To εγκαινίασε «To Επιτύμβιο τού Κουπρέν», σπουδή και αναδιατύπωση μπαρόκ εναυσμάτων με την επιπρόσθετη ενορχηστρωτική μαγεία τού Maurice Ravel, που έδωσε την ευκαιρία στους επίλεκτους μουσικούς να λάμψουν διακριτικά και με την απαιτούμενη γαλλική φινέτσα υπό την χαλαρή και ευφρόσυνη ασφάλεια τής διεύθυνσης τού Παππάνο. Εκείνος διασφάλισε θαυμάσιες εσωτερικές ισορροπίες τόσο στους χορευτικούς απόηχους των πρώτων μερών όσο και στη στιλπνή εκτύλιξη τού καταληκτικού.  Παρόμοια ευστάθεια πλαισίου προμήθευσε ο μαέστρος και στη δεξιοτεχνική αφήγηση τής Janine Jansen για το 1ο από τα 2 κονσέρτα για βιολί τού Sergei Prokofieff, εμποτισμένη με τις βέλτιστες διδαχές τού φωνητικού μπελκάντο, με ονειρώδη αέρινη σβέση τού α’ μέρους, τεχνικά και μουσικά κυρίαρχη στη δαιμονικά απαιτητική β’ κίνηση.

       Μετά το διάλειμμα, η Ορχήστρα υπερέβαλε εαυτήν στην ανεπιτήδευτη θέρμη με την οποία περιέβαλε την ερμηνεία τής Σερενάτας τού Antonín Dvořák. Μια πραγματική tour de force για τα έγχορδα, αλλά και για την πλαστικότητα των αγωγικών υποδείξεων τού πόντιουμ, που ενίσχυσε τον προβληματισμό για την σπανιότερη παρουσία τού έργου σε συναυλίες, τουλάχιστον σε σχέση με τη δημοφιλέστερη (και αληθώς μελωδικά πιο εύληπτη) σερενάτα τού Τσαϊκόφσκι. Την εκδήλωση ολοκλήρωσαν οι ατμοσφαιρικοί «Χοροί τής Γκαλάντα» τού Zoltán Kodály, με ευρωπαϊκά εξευγενισμένη την πάπρικα τής ουγγρικής στέπας. Εκτός επισήμου προγράμματος οι ξένοι μας φιλοδώρησαν το ηχηρά ευγνώμον κοινό τους με μιαν εμβληματική σελίδα από άλλη εσχατιά τής Ευρώπης, το ιψενικής μελαγχολίας «Valse triste» τού Φιλανδού συμφωνιστή Jean Sibelius. Μια στοχαστική επωδός εν καιρώ πολέμου. Καλή χρονιά!