Πάρσιφαλ στη Βιέννη

8

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

     

Parsifal_D851101_KAUFMANN_SIDORENKO_GARANCA-860×516

Ουδέν έργο του Richard Wagner είναι περισσότερο συνδεδεμένο με το Festspielhaus τού Bayreuth από τον «Parsifal», «κύκνειο άσμα» του ασθενούντος συνθέτη. Ουδέ καν η Τετραλογία του, για την οποία το εμβληματικό θέατρο χτίστηκε. Και αυτό επειδή η «πανηγυρική σκηνική τελετουργία» είναι η μόνη που έλαβε υπ’ όψιν τη μοναδική  ακουστική του Χώρου, με την αθέατη ορχήστρα να παράγει μυστηριακά αιωρούμενους ήχους στο απόλυτο σκότος τής ερμητικά κλειστής αίθουσας. Η υπνωτική επίδραση τής παρακολούθησης υπήρξε εκ των βασικών λόγων που το οικογενειακό Φεστιβάλ των Βάγκνερ επιδίωξε -ανεπιτυχώς- το παραστατικό μονοπώλιο του «Πάρσιφαλ», εμπνευσμένου από ιπποτικούς μεσαιωνικούς θρύλους. Δεν ήταν όμως ο μόνος. Σε αυτήν την αλληλουχία μουσικών ακολουθιών ευρείας πνοής και ανάπτυξης ο Βάγκνερ συνομολόγησε τη δική του τελική μεταστροφή, την προσωπική κατάκτηση τής αυτογνωσίας και τής λυτρωτικής μεταμέλειας μέσα από την αυτοπάθεια τής δοκιμασίας και την ενεργοποίηση τής συμπόνοιας. Για τον ίδιο η καθιέρωση του «Πάρσιφαλ» ως θρησκευτικής τελετουργίας προσκυνηματικού χαρακτήρα για τον προσερχόμενο στον Πράσινο Λόφο δεν ήταν προφανώς εκδήλωση οικείας αλαζονείας, αλλά επιθανάτια προσφορά συντριβής στην ανανέωση μιας θρησκείας που, όχι μόνον εκείνος, θεωρούσε ως λειτουργικά απολιθωμένη.

       

Parsifal_D851057_GARANCA_SIDORENKO_TEZIER

Διόλου τυχαία λοιπόν και κατά παράκαμψη όσων ισχύουν για την αναμετάδοση των έργων του από το Φεστιβάλ, ο «Πάρσιφαλ» παραδοσιακά και αποκλειστικά παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Ραδιοφωνική Ένωση για εκπομπή μέχρι και την Μεγάλη Εβδομάδα εκάστου έτους, αποτελώντας, από κοινού με τα Πάθη «κατά Ιωάννην» και «κατά Ματθαίον» του Γ.Σ.Μπαχ , ένα τρίπτυχο -παράπλευρης προς τη λειτουργική- ατομικής στοχαστικής ανάτασης του απανταχού χριστιανικού κόσμου, αλλά και δογμάτων με τα οποία αναπτύσσεται φιλοσοφικός και πολιτισμικός διάλογος. Η πρώιμη απώλεια του παραστατικού προνομίου αποκλειστικότητας, η ανάγκη πειστικής εξιλέωσης της οικογένειας Βάγκνερ και του Μπάυρώιτ  από την εθνικοσοσιαλιστική εμπλοκή τους και η διαδοχή των γενεών, με τους νέους να επιδιώκουν αποστασιοποίηση από τον μουσειακό εικονογραφικό χαρακτήρα της μακρόβιας παραγωγής του Βόλφγκανγκ Βάγκνερ,  οδήγησαν σε αναβιώσεις τού 21ου αιώνα, ακόμη και στον ομφαλό της βαγκνερικής αναφοράς, που αποπειράθηκαν να μεταφυτεύσουν στο έργο αφελή ιδεολογήματα τρέχουσας πολιτικής ορθότητας, με αποτελέσματα στην ελλιπή πειστικότητα των οποίων έχουμε αφιερώσει επανειλημμένες ανταποκρίσεις.

Parsifal_Kaufmann-Sydorenko -Garanca

Σε αυτό το αμήχανο όσο και προκλητικό πλαίσιο λοιπόν, η αναγγελία τής -προγραμματισμένης για την Μεγάλη Πέμπτη των «Δυτικών» χριστιανών- πρεμιέρας νέας παραγωγής τής όπερας για την Κρατική Όπερα της Βιέννης από τον καταδικασμένο Ρώσο σκηνοθέτη Kirill Serebrennikov προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα προσμονής και αμφιβολίας, λόγω και της φυσικής απουσίας κοινού. Η παράσταση που παρακολουθήσαμε, ωστόσο, θα παραμείνει γενικά διαθέσιμη από την πλατφόρμα Arte concert του προσιτού και στην Ελλάδα γαλλογερμανικού πολιτιστικού τηλεοπτικού διαύλου μέχρι τις 17 Ιουλίου. Μια ευπρόσδεκτη ευκαιρία να θέσουμε τον σχολιασμό μας, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, στην κρίση απαιτητικών αναγνωστών, για ένα θέαμα που μάλιστα επιστρατεύει μέγα – αστέρες του λυρικού θεάτρου όπως ο τενόρος Jonas Kaufmann και η μεσόφωνος Elīna Garanča.

 

Βάγκνερ κατά Σερεμπρένικωφ

      

Parsifal_D5A6714_SIDORENKO_GARANCA

Αναγνωρισμένος ευρύτερα ως ριζοσπαστική φωνή της ρωσικής θεατρικής και κινηματογραφικής πρωτοπορίας (η ταινία του «Ο Φοιτητής» υπήρξε γροθιά για τον Ορθόδοξο φονταμενταλισμό της χώρας του), ο Κίριλλ Σερεμπρένικωφ δεν σκηνοθέτησε απλώς τον «Πάρσιφαλ» την επαύριον πολύμηνου κατ’ οίκον περιορισμού του, αλλά και με πρόσφατη την ελεγχόμενη από το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκη του για απάτη, συνδυασμένη με την απομάκρυνσή του από την διεύθυνση τού Κέντρου Γκόγκολ της Μόσχας, που στη θητεία του κατέστη πόλος αντίστασης σε οπισθοδρομικές αισθητικές επιλογές και κοινωνικές προκαταλήψεις. Σε συνέντευξη στην Αυστριακή τηλεόραση, ο θεατρικά αυτοδίδακτος απόφοιτος του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου τού Ρόστωφ αναφέρθηκε σε οδύσσεια σκηνοθεσιών του με την αρωγή παρένθετων δικηγόρων(!), που τον προετοίμασαν για την δυστοπική πραγματικότητα του κορωνοϊού. Για τον «Πάρσιφαλ» τής Βιέννης η τεχνολογία διευκόλυνε την αμεσότητα της επικοινωνίας με τους συντελεστές,  κρίσιμης για την άρτια πραγματοποίηση μιας παραγωγής αιρετικής μεν σε πρώτη θεώρηση, αλλά αξιοσημείωτα πιστής στο γράμμα και το μήνυμα λόγου και μουσικής, επιπλέον δε ευαίσθητης απέναντι σε σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα και ζητούμενα, που ο δημιουργός ενσωμάτωσε πειστικά στο αρχικό πλαίσιο πλοκής. Σαν άλλος ευαγγελιστής, ο Ρώσος εγκατάλειψε το φαρισαϊκά ατμοσφαιρικό μεσαιωνικό περίβλημα της δραματουργικής κυριολεξίας, προκειμένου να αναδείξει «τραύματα» του σύγχρονου προσώπου. Διέγειρε έτσι, με συγκινητική αμεσότητα και θεατρικό βάθος, τη γνήσια ενσυναίσθηση, διευκολύνοντας φράσεις του έργου, όπως «Ήγγικεν η ώρα», «Εδώ ο χρόνος γίνεται χώρος» ή «Λύτρωση στον Λυτρωτή», να  λειτουργήσουν ουσιαστικά στην ψυχή του θεατή!

Parsifal_D5A6670_GARANCA_KOCH

Από χώρος μοναστικής σύναξης των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, λοιπόν, το Μονσαλβάτ μετατρέπεται σε κεντρική φυλακή λησμονημένων και απελπισμένων, με τρόφιμους να ασφυκτιούν και να συμπλέκονται και τον ώριμο Γκούρνεμαντς ως διαχειριστή της βίας και θεματοφύλακα μιας υπόσχεσης για λύτρωση μέσω του «αγνού ηλίθιου, που η συμπόνοια θα οδηγήσει στη γνώση». Η όπερα εκτυλίσσεται μέχρι την γ’ πράξη ως αναδρομή του «λυτρωτή» Πάρσιφαλ στην πορεία της προσωπικής του αυτογνωσίας και, για τον σκοπό αυτό, επιστρατεύεται ο μετανάστης στη Γερμανία Μοσχοβίτης ηθοποιός  Nikolay Sidorenko ως το νεανικό alter ego του Jonas Kaufmann. Αντίθετα με τα ειωθότα, η διάσπαση τού χαρακτήρα έχει δουλευτεί σε εξαιρετικό βάθος και η κινηματογραφική χρήση του φακού επιτρέπει ενδοσκόπηση με τους εντιμότερους θεατρικούς όρους.

 Όπως πολλοί συνομήλικοί του ολόγυρά μας, ο νεαρός δεσμώτης με την προκλητική άγνοια και την τραυματική οικογενειακή ιστορία έχει ως μόνη διέξοδο έκφρασής του τη βία. Στη φυλακή, όπου ταυτότητα και μεταφυσική προσδοκία συνδυάζονται στα τατουάζ των κρατουμένων, ο «λευκός κύκνος» που σκοτώνει απερίσκεπτα, άμα τη εμφανίσει του στη σκηνή, ο «ακατέργαστος» ακόμη πρωταγωνιστής δεν είναι παρά ένας «διαφορετικός» νεαρός, με χαραγμένα τα συμβολικά φτερά στην πλάτη. Ο δε φόνος του, ως αυτόματη φοβική αντίδραση «ανδρισμού» τού Πάρσιφαλ σε απόπειρα ομοερωτικής περίπτυξης στο λουτρό της φυλακής, αποτελεί περαιτέρω καταγγελία τού σκηνοθέτη για το εντεινόμενο δικαιωματικό έλλειμμα τής αγαπημένης και σ’ εμάς πατρίδας του.

 

 Ιεροτελεστία απελευθέρωσης για το 2021 

        Με τον Βιεννέζικο «Πάρσιφαλ» ο Σερεμπρένικωφ «θεολογεί» απελευθερωτικά και επίκαιρα, αξιοποιώντας τον οικείο του Ντοστογιέφσκι. Σαν σε παράλληλο «Σπίτι των πεθαμένων»,  το ανελεύθερο Μονσαλβάτ της ανδρικής φυλακής δαιμονοποιεί την επιθυμία της απρόσιτης γυναίκας. Η παράδοση σε αυτήν βαρύνει «προπατορικά» τον Αμφόρτας, ex officio εγγυητή της λυτρωτικής επαγγελίας, αλλά και θύμα διττού, σωματικού και ηθικού, τραυματισμού, που επίσης αναμένει την ίαση. Διαρκώς αντιφατική, διαφθορέας και ελεήμων, ανά τους αιώνες αλύτρωτη, όπως ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» που εγκαινίασε τον index του Μπάυρώιτ, η Κούντρυ αποτελεί τον καταλύτη του δράματος, αφού είναι η μόνη  που εισχωρεί στο ανδρικό άδυτο. Ως δημοσιογράφος περιοδικού που εκδίδει ο παραστρατισμένος ζηλωτής Κλίνγκσορ, η ίδια βαρύνεται με την υπονόμευση του Αμφόρτας, αλλά λειτουργεί και ως μεσάζων για τους κρατούμενους, αντικείμενο πόθου και επιβεβαίωσής τους.  Διόλου τυχαία λοιπόν ο σκηνοθέτης αναθέτει σε εκείνην, και όχι σε μιαν «εκ των άνω φωνή» όπως ορίζει ο Βάγκνερ,  την επιγραμματική επαγγελία σωτηρίας στο τέλος της α’ πράξης, όπως και την προκλητική φωτογράφηση τού καλλίγραμμου Σιντορένκο, που αποτελεί την πρώτη ένδειξη αποκατάστασης τής αυτοεκτίμησης τού Πάρσιφαλ, αναγκαία προϋπόθεση τού ερωτικού σκιρτήματος τού νεαρού κατά την μετέπειτα -όχι χωρίς πισωγυρίσματα στη βία- γνωστική και εμπειρική οδοιπορία του.

      

Parsifal_D5A6441_GARANCA

Ο Ρώσος δεν διστάζει μολαταύτα να εμφανίσει ομολογιακά και το Άγιο Δισκοπότηρο επί σκηνής. Ανασύρεται ονειρικά μέσα στο παραλήρημα τού Αμφόρτας, ορατό ίσως μόνον σε κείνον, αλλά πάντως μοχλός πυροδότησης «συμπόνοιας» τού Πάρσιφαλ προς τον δοκιμαζόμενο. Αξιοποιείται, με τον τρόπο αυτό, το Ιερό Σύμβολο ως Ιθάκη μιας αναζήτησης, που η κατάληξή της, μετά την Μαγεία της Μεγάλης Παρασκευής, στην έρημη πλέον φυλακή, δεν είναι μεν η κυριολεκτική τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, αλλά το οικουμενικά ευχαριστιακό άνοιγμα κάθε κελιού, η ιδεατή απελευθέρωση καθενός, μια λυτρωτική έξοδος προς το άγνωστο. Η απελευθέρωση αφορά και την Κούντρυ, αφού δεν απεικονίζεται να ξεψυχάει με την άφεση μιας Magna Peccatrix, αλλά παραδίδεται στον Αμφόρτας για έναν ταπεινό επίλογο κοινής ζωής, ελεύθερη από την προδοσία, χωρίς ταυτοτικά βάρη, «άνθρωπος όπως όλοι» και με τον έρωτα απενοχοποιημένο για τα όποια δεινά.

       Παρά την διακριτικά εκπεφρασμένη δυσφορία τού Γιόνας Κάουφμαν σχετικά με τον επιμερισμό ρόλου τού Πάρσιφαλ, η σύνθεση της δικής του ώριμης και μουσικής παρουσίας με την γεμάτη αποχρώσεις σωματική υποκριτική τού εκφραστικού Σιντορένκο λειτούργησε πολλαπλασιαστικά της εξαίρετης απόδοσης αμφοτέρων, ενώ η debutante Κούντρυ τής Ελίνα Γκαράντσα σκιαγραφεί, μουσικά και υποκριτικά, μια μνημειώδη προσωπογραφία επικατάρατης femme fatale. Η ανάκληση τού σαρκασμού της προς τον Εσταυρωμένο, λίγο πριν το τέλος της β’ πράξης, αποτελεί επιτομή του show stopper!  Κυρίαρχος παράφορων κορυφώσεων αναδεικνύεται και ο ολοκληρωμένος Αμφόρτας τού ευφυούς βαρυτόνου Ludovic Tézier. Ο Georg Zeppenfeld ενσαρκώνει ένα μελίρρυτης εσωτερικότητας, δονκιχωτικό Γκούρνεμαντς, ο Wolfgang Koch απολαμβάνει τον κυνισμό τού εκδότη Κλίνγκσορ. Η Φιλαρμονική της Βιέννης υπό τον Philippe Jordan αίρει καθοριστικά μια σπάνιας συνεκτικότητας εμπειρία σε καθαρτήρια διάσταση!  

Parsifal Kaufmann Sydorenko

Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ της Κυριακής 23 και 30.05, καθώς και 6.06.2021