Πόργκυ και Μπες σε τηλεοπτική πρεμιέρα από τη Μετ

21

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

       

Porgy-and-Bess 2019-20 -Bess (Angel Blue) with Sportin ‘Life (Frederick Ballentine). Ken Howard – Met Opera

  Ένα από τα ίσχυρά διδάγματα της όπερας του Φρανσίς Πουλένκ «Διάλογοι Καρμηλιτισσών» αποτελεί η διαπίστωση ότι ενίοτε οι μεγάλες αποστολές, για τις οποίες αρκετοί εκπαιδεύονται ισοβίως, εκπληρώνονται από άλλους, ελάχιστα προβλέψιμους γι’ αυτές. Ο Αμερικανός George Gershwin (1898-1937), ο συνθέτης που έζησε ελάχιστα περισσότερο από τον Ζωρζ Μπιζέ,  αναπαρέστησε μελοδραματικά τον αφροαμερικανικό Νότο στην όπερά του «Porgy and Bess», χωρίς -όπως και ο Μπιζέ στην «Κάρμεν»- να αξιοποιεί αυθεντικά δημώδη μουσικά μέρη. Λευκός και Εβραίος ο ίδιος, δεν ανταποκρίθηκε σε ανάθεση της Μετροπόλιταν Όπερα (1929), για μιαν «Εβραϊκή όπερα» υπό τον τίτλο «The Dybouk», αν και ζούσε με το όνειρο σύνθεσης ενός πραγματικού μελοδράματος. Τον συνάρπασε όμως η γνωριμία με το μυθιστόρημα «Porgy» (1925) του DuBose Heyward (1885-1940) και τη μετεξέλιξή του σε επιτυχημένο θεατρικό έργο, γύρω από τη συγκινητική ιστορία του ανάπηρου «νέγρου» ζητιάνου του τίτλου. Ο ίδιος ο συγγραφέας και επιπλέον λιμπρετίστας, σε συνεργασία με τον Ira Gershwin (1896-1983), περιέγραψε σε άρθρο του (1935) τις εννεαετείς ωδίνες τοκετού αυτής της «folk opera» που πρωτοπαρουσιάσθηκε επίσημα από την εναλλακτική εταιρεία The Theatre Guild (1919-1996) στο Alvin Theatre της Νέας Υόρκης (το σημερινό Neil Simon Theatre) στις 10 Οκτωβρίου 1935.

      Η νέα παραγωγή της Μετ ωστόσο, παρεμπιπτόντως η πρώτη μετά από την όψιμη αρχική του έτους 1985 υπό τον James Levine, ανέτρεξε στην χωρίς περικοπές δοκιμαστική παράσταση τής 30ης  Σεπτεμβρίου 1935 στο «Colonial Theatre» της Βοστώνης. Εύλογη  επιλογή, αφού το γεγονός ότι το έργο αφορά πληθυσμιακή ομάδα που βάραιναν, πέραν της δουλείας προγόνων, προκαταλήψεις και διακρίσεις δεν συνέβαλε σε αναβιώσεις πλαισίου κριτικής έκδοσης.

      Με αυτές τις ιστορικές συντεταγμένες η πρώτη υψηλής ευκρίνειας (HD) αναμετάδοση (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1/02/2020), σε δύο ογκώδεις πράξεις αντί των τριών που γνωρίζαμε, αποτελεί σταθμό για τη διευκρίνιση περί τού αν πρόκειται για όπερα ή για μιούζικαλ, αλλά και για αναθεώρηση αξιολογήσεων, όπως αυτή του σημαντικού κριτικού Irving Kolodin,  που θεωρούσε «λασπωμένη» και ελλειμματική την ενορχήστρωση. Πάνω απ’ όλα, όμως, φωτίζεται και δικαιώνεται η συστηματική εκπαιδευτική προετοιμασία του Γκέρσουιν για αυτό το magnum opus της σύντομης ζωής του και, μέσα από την χωρίς περικοπές παρουσίαση, η όπερα αποκαθίσταται ως υπολογίσιμο επίτευγμα συμπαγούς μουσικής δραματουργίας μάλλον, παρά ως απλό άθροισμα δημοφιλών μερών.

 

porgy and Bess-9 – photo source metopera.org

   Ήταν κρίμα που ένα βαρύ κρυολόγημα δεν επέτρεψε στον Πόργκυ τού βαθυφώνου Eric Owens να λάμψει φωνητικά στην οθόνη. Μολαταύτα η πλούσια και «ορθόδοξη» παραγωγή του James Robinson, οι δυναμικές και γήινες χορογραφίες της Camille A. Brown, η ενθουσιώδης Χορωδία (διδασκαλία Donald Palumbo) -σε καθήκοντα που βαρύτερά τους, κατά τον Κολόντιν, επιφυλάσσει μόνον ο «Μπόρις Γκόντουνωφ»-, αλλά και η καλοδουλεμένη Ορχήστρα της Μετ υπό τον David Robertson, διασφάλισαν ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα, χωρίς αδύναμο κρίκο ανάμεσα στους πολλαπλών δεξιοτήτων άδοντες ηθοποιούς της διανομής. Από την πολυτελή Μπες τής Angel Blue, αντάξια της νεαρής Leontyne Price, και την εντυπωσιακή Μαρία  της βετεράνου Denyce Graves  ως τη συγκινητική Σερένα τής Latonia Moore και την ανερχόμενη Golda Schultz, αισθαντική Κλάρα στο εμβληματικό Summertime. Και από  τον σφαιρικά πληθωρικό Τζέηκ του αθλητικού Donovan Singletary και τον χαμαιλεοντικό προαγωγό Σπόρτινγκ Λάιφ τού Frederick Ballentine ως τον πιστευτά βάναυσο Κράουν του Alfred Walker, ελκυστικό για τη Μπες στη βάση μιας υποστηριζόμενης από το κείμενο σαδομαζοχιστικής εξάρτησης.  Όπως άλλα πληθωρικά αριστουργήματα, από τους «Τρώες» του Μπερλιόζ μέχρι το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Προκόφιεφ, έτσι και η υπερτρίωρη, «μεγάλη» όπερα του Γκέρσουιν συγκροτεί συναρπαστικό καμβά σύνθεσης παράλληλων και επάλληλων, προσωπικών και συλλογικών πεπρωμένων. Ένα καμβά που όχι μόνον δεν υποδηλώνει δραματουργική χαλαρότητα, αλλά και αναδεικνύεται σε χαρακτηριστικό δομικό τους στοιχείο, που εντείνει και μεγεθύνει την απόλαυση!