Πρότυπη Πασχαλινή Συναυλία στο Μέγαρο της Θεσσαλονίκης

72

Η «Πασχαλινή» Συναυλία της  Κυριακής των Βαΐων βρήκε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης να κατακλύζεται από το κοινό, ένδειξη ότι ακόμη και προγράμματα τόσο απαιτητικά όσο αυτό που παρακολουθήσαμε (1η Απριλίου 2018, ώρα 19.00)  είναι δυνατόν να μην αποθαρρύνουν, αλλ’ αντιθέτως να ενεργοποιούν την προσέλευση. Προγραμματικά η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης ήταν προσανατολισμένη προς το πένθιμο κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας, ενισχυόμενο από την κοινή αναφορά, και στα 3 έργα της, στη Θεία Οργή, τη λειτουργική «Dies Irae» των Δυτικών χριστιανών, είτε όπως αυτή περιγράφεται από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη στην «Αποκάλυψη» είτε ως μέρος της ακολουθίας του Ρέκβιεμ που την ολοκλήρωσε.

Για όσους γνωρίζαμε την «Ταφή» (1915), το συμφωνικό πρωτόλειο του μόλις 19χρονου Δημήτρη Μητρόπουλου, από την περιορισμένη κυκλοφορία της μονοφωνικής ηχογράφησης του έτους 1975 υπό τον Τσου Χουί επικεφαλής της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ, στην ασφυκτικά στενή ακουστική του στούντιο C της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, η δια ζώσης σαρωτική εκτέλεση, στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» υπό τον Μιχάλη Οικονόμου, αποτέλεσε αδόκητη εκπλήρωση μιας προσδοκίας σχεδόν πρωταπριλιάτικης. Και αυτό γιατί η εκφραστικά φορτισμένη σύνθεση επιτέλους λειτούργησε ως η βαρυσήμαντη νεκρική πομπή αποκαλυπτικών διαστάσεων με τις  ευαγγελικές και λογοτεχνικές παραπομπές του συνθέτη, όπως ο ίδιος τις περιέλαβε στη μοναδική σωζόμενη χειρόγραφη παρτιτούρα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Όχημα γι’ αυτό υπήρξε η ανάδειξη του τεράστιου εύρους δυναμικής της σύνθεσης σε ενιαία αναπνοή, από την εναρκτήρια αδιόρατη ανάδυση της μουσικής στα έγχορδα και την εν συνεχεία σταδιακή εκκωφαντική της κλιμάκωση (με την επικουρία των χάλκινων) ως την έκπνοη αποκλιμάκωσή της, μια κυριολεκτική μεταφορά της φωνητικής messa di voce στη συμφωνική μουσική.

  Οι «αποκαλυπτικές» αναφορές του Μητρόπουλου μέσω Ουγκώ βρήκαν τη συνεκτική και συγκινητική τους προγραμματική επέκταση αλλά και διαδοχή, σε μια καλογραμμένη και γεμάτη θεατρικότητα σύνθεση του αρχιμουσικού της βραδιάς. Ο λόγος για τις «Ελεγείες στα Οράματα Επτά αγγέλων ΙΙΙ» (2017), τελευταίο -συμβολικά επταμερές- κεφάλαιο τριλογίας του ιδίου, μια «δραματική καντάτα» για μεσόφωνο και μεγάλη ορχήστρα, που μορφολογικά ανατρέχει σε μιαν από μακρού εν χρήσει φόρμα δραματικής scena, εκτεινόμενη ενδεικτικά από την «Βερενίκη» του Χάυδν και τον «Θάνατο της Κλεοπάτρας» του Μπερλιόζ μέχρι τα «HérodiadeFragmente» (1999) του Matthias Pintscher σε ποίηση του Stéphane Mallarmé ή την «La nuova Euridice secondo Rilke» (2015) του Salvatotore Sciarrino. Η έμπειρη μεσόφωνος Μαργαρίτα Συγγενιώτου διαχειρίσθηκε με οίστρο την εκ του πρωτοτύπου μελοποιημένη ποίηση του Ομήρου, της Σαπφούς και του Σιμωνίδη, τις επίπονες δραματικές μεταπτώσεις της μουσικής εξαγγελίας, αλλά και τον επίφοβο ορχηστρικό όγκο που την περιέβαλε (συμπεριλαμβανομένης της φωνητικής συμβολής των μουσικών), ο οποίος εν τέλει την κάλυψε ολοκληρωτικά κατά την -εντός σεναρίου- οπισθοχώρησή της στα μετόπισθεν του σχηματισμού. Παρά τη δυσχέρεια του ιδιώματος, αυτή η γεμάτη δύναμη σύνθεση βρήκε δίοδο στην ψυχή των θεατών που την επευφήμησαν θερμά.

  Η συναυλία γνώρισε καθαρτήρια κατάληξη με το ημιτελές «Requiem» του W.A. Mozart, σε μιαν εξίσου δραματική εκτέλεση που υπερασπίσθηκε αποτελεσματικά την ενότητα της σύνθεσης, χωρίς ανάγκη απολογιών για τα συμπληρωμένα από το χέρι του Franz Xaver Süssmayr μέρη της. Σημαντικό μέρος της επιτυχίας πιστώνεται, παρά ορισμένες περιστάσεις οριακού συγχρονισμού με το πόντιουμ, η ενθουσιώδης Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης σε διδασκαλία Μαίρης Κωνσταντινίδου. Με ωραιότερη συλλογική τους στιγμή το Agnus Dei, το εν πολλοίς ομοιογενές κουαρτέτο των μονωδών περιελάμβανε, πέραν της Συγγενιώτου, τους επίσης κλασσικής γραμμής υψίφωνο Συρανούς Τσαλικιάν και τενόρο Γιάννη Χριστόπoυλο, καθώς και τον πολλά υποσχόμενο νεαρό βαθύφωνο Αλέξανδρο Σταυρακάκη. Ο μαλακός, εύηχος και πλούσιος όγκος της φωνής του νεαρού καλλιτέχνη ανέδειξε εντυπωσιακή πληρότητα προβολής στην Αίθουσα (διαπίστωση κατανοητά δυσδιάκριτη στην τηλεοπτική λήψη της ΕΡΤ3), ήδη από το γρανίτινο αλλά ευφωνικό Tuba mirum, και μάλιστα παρά την παροδική τονική επισφάλεια της χάλκινης συνοδείας του. Εν κατακλείδι μια συναυλία αναφοράς όχι μόνο για θεματικά παρόμοιες διοργανώσεις!