Ρωμαίος και Ιουλιέττα

140

Στο χορόδραμα «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής από το μπαλέτο των «Μπολσόϊ» της Μόσχας σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση, ο συνθέτης του, Σεργκέϊ Προκόφιεφ, του οποίου μερικά από  τα έργα, ακολουθώντας την συνθετική τεχνοτροπία του 20ού αιώνος χαρακτηρίζονταν από ατονική γραφή,εγκατέλειψε την γενική τάση συνθέσεως της εποχής αυτής, επανερχόμενος στο τονικό σύστημα,με μία μουσική, όπου ο λυρισμός και οι μελωδικές φράσεις αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο.

Το βέβαιο είναι, ότι όταν το εν λόγω μπαλέτο πρωτοπαρουσιάσθηκε το 1936 στο θέατρο «Κίροφ» του Λένινγκραντ, έκριναν ότι ήταν αδύνατον να εκτελεσθεί λόγω των συνεχών ρυθμικών εναλλαγών της παρτιτούρας και της αδυναμίας όπως ενόμιζαν κατανοήσεως εκ μέρους των χορευτών της δομής των μουσικών φράσεων. Εντούτοις, όπως προαναφέραμε, παρακολουθώντας αυτό το υπέροχο χορόδραμα,διαπιστώνουμε, κυρίως στις ερωτικές σκηνές του τραγικού ζευγαριού, τόσο στην σκηνή του μπαλκονιού, όσο και στην τελική του νεκροταφείου που προηγείται της αυτοκτονίας τους, συγκινητικές λυρικές μελωδίες, άριστα ερμηνευόμενες χορευτικά, χωρίς να παραλείψουμε να υπενθυμίσουμε την γνωστότατη μεγάλη Παβάνα,σήμα κατατεθέν του έργου, που ακούγεται καθ΄όλη την διάρκεια της εορταστικής σκηνής στο μέγαρο των Καπουλέτων.

Απόδειξη της μεγάλης συνθετικής ευφυϊας του Προκόφιεφ είναι ότι αυτός ο πένθιμος αριστοκρατικός χορός που πλαισιώνει μία χαρούμενη γιορτή  όπου και γνωρίζεται το  ζευγάρι,  μπορεί να εκληφθεί σαν προάγγελος των μετέπειτα τραγικών γεγονότων.

Ως επακόλουθο αυτών, μπορούμε να θεωρήσουμε και την εντυπωσιακή χορογραφική διαφοροποίηση του μπαλέτου αυτού συγκριτικά με τα τρία των προηγουμένων ετών του Τσαϊκόφσκυ, λόγω της απουσίας των μακρόσυρτων χορευτικών επιδείξεων των πρωταγωνιστικών ζευγαριών μαζί και μεμονωμένα, εστιαζόμενα μόνον στην πληθωρική έκφραση του συναισθήματος,όπου καμμία κίνηση δεν αποτελεί αυτοσκοπό προς επίδείξη εντυπωσιακών δεξιοτεχνιών.

Εκθέτοντας τα ανωτέρω, δεν εννοούμε βέβαια ότι από το χορόδραμα αυτό απουσιάζουν οι βίαιες κινήσεις κυρίως στις σκηνές των ξιφομαχιών μεταξύ των Μονταίγων και Καπουλέτων, και στον τραγικό θάνατο του αδελφικού φίλου του Ρωμαίου Μερκούτιου,όπου πραγματικά στην συγκεκριμένη παράσταση, η τραγική σωματική απαγγελία του διακεκριμένου χορευτή Ιγκόρ Τσβίρκο, μας καθήλωσε.

Κάτω από την έμπειρη μπαγκέττα του Πάβελ Κλινίτσεφ και την παραδοσιακή αλλά τόσο λαμπερή διδασκαλία της χορογραφίας του Αλεξέϊ Ρατμάνσκι, το ζευγάρι των Βλαντισλάβ Λαντράτοφ και Εκατερίνα Κρισάνοβα δεν περιωρίσθηκε μόνον στον άμεμπτο συγχρονισμό, στο τέλειο μεταξύ τους δέσιμο , την σωματική τους ευλυγισία και πλαστικότητα, αλλά ακόμα  υπογράμμιζαν κάθε συναισθηματική απόχρωση στα “pas de deux” και στις μεμονωμένες σκηνές του ρόλου τους.

Ο Μερκούτιος του Ιγκόρ Τσβίρκο, ο Μπενβόλιο του Ντμίτρι Ντοροχόφ και ο Τυβάλδος του Βιτάλι Μπικτιμίροφ, πλήν των χορευτικών τους επιδόσεων, απεδείχθησαν και άριστοι ξιφομάχοι, ενώ οι υπόλοιποι ρόλοι καρακτέρ όπως και το τέλεια γυμνασμένο και πειθαρχημένο  “corps de ballet” αξιοποίησαν στο έπακρο τις ερμηνευτικές τους ικανότητες σε ένα πλαίσιο μίας εντυπωσιακής σκηνογραφίας και λαμπερών  κοστουμιών εποχής.

 Σοφία  Θεοφάνους