Βάγκνερ -και όχι μόνο- σε Bayreuth και Ρόδο

4

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

       Όσοι αντιμετωπίζουμε με εντεινόμενο ίλιγγο το αδιαμφισβήτητο προνόμιο της τακτικής πρόσκλησης στο περιώνυμο Φεστιβάλ του Μπάυρώιτ, κυρίως λόγω των σκηνοθετικών ευρημάτων  που ολοένα και περισσότερο παρεμβαίνουν στην ευθυβολία παρουσίασης αριστουργημάτων του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ελάχιστα αναμέναμε ότι, αντί των θείων μακρηγοριών μιας νέας «Τετραλογίας», θα αντιμετωπίζαμε την ουσιαστική ματαίωση του θεσμού για το έτος 2020. Η 25η Ιουλίου, ημέρα πανηγυρικής ενάρξεως των παραστάσεων, με διασυνοριακή κοινωνική εμβέλεια και αναμενόμενη  τη διακριτική παρουσία της Angela Merkel (προφανώς για τελευταία φορά ως καγκελαρίου) για όλο τον πρώτο κύκλο, παραχώρησε τη θέση της σε εκδήλωση δωματίου, με αυστηρούς υγειονομικούς περιορισμούς και χωρίς παρουσία κοινού, στην βίλλα Wahnfried, κατοικία του συνθέτη, προβαλλόμενη δε μέσω γιγαντοοθόνης στον κήπο της και σε απευθείας ζεύξη της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Δύο από τους πλέον διακεκριμένους πρωταγωνιστές των εναρκτηρίων «Αρχιτραγουδιστών της Νυρεμβέργης» της ματαιωμένης διοργάνωσης, η υψίφωνος Camilla Nylund και ο τενόρος Klaus Florian Vogt, ερμήνευσαν μέρη από την όπερα αυτή, με συνοδεία του πιανίστα Jobst Schneiderat. Τη σύντομη συναυλία, «χρηματοδότησης ταμείου αρωγής καλλιτεχνών» του Φεστιβάλ, συμπλήρωσαν το «Ειδύλλιο του Ζήγκφριντ» και τα «WesendonckLieder» (σε διασκευή για ορχήστρα δωματίου του Andreas N. Tarkmann), με τον Christian Thielemann στο πόντιουμ ολιγομελούς οργανικού σχήματος. Η ελεγειακή αύρα του γεγονότος επιβεβαιώθηκε και στις μακροσκελείς συνεντεύξεις των μονωδών που συμπλήρωσαν τη μίζερη διάρκεια του μουσικού κορμού, όχι μόνον επειδή αμφότεροι αναπόλησαν την ατμόσφαιρα που θα επικρατούσε στη βαυαρική πόλη υπό κανονικές συνθήκες, αλλά και γιατί μοιράσθηκαν με τους ακροατές την αίσθηση ακύρωσης που νιώθουν τον καιρό της πανδημίας, όπως και τη ζωτική ανάγκη των ίδιων -και άλλων λιγότερο προβεβλημένων ομοτέχνων τους- να διατηρήσουν την αθλητική ετοιμότητα του ευαίσθητου φωνητικού τους μηχανισμού.

       Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τον μόνο «ζωντανό» Βάγκνερ του εφετινού καλοκαιριού απολαύσαμε στον αύλειο χώρο του ανακτόρου των Ιωαννιτών Ιπποτών, στη Ρόδο, στο πλαίσιο ατομικής εμφάνισης του Γερμανού τενόρου Benjamin Bruns, οικείου μας όχι μόνον από παραστάσεις του «Ιπτάμενου Ολλανδού» που είχαμε προ ετών παρακολουθήσει στο Μπάυρώιτ, αλλά και από τακτικές αναμεταδόσεις της Αυστριακής ραδιοφωνίας από την Κρατική Όπερα της Βιέννης, της οποίας υπήρξε μόνιμος πρωταγωνιστής επί  μια περίπου δεκαετία (2011-2020). Με ενδιαφέροντα εκτεινόμενα από την έντεχνη μελωδία μέχρι τη  βιεννέζικη οπερέτα, ο καλλιτέχνης από το Αννόβερο πρόσφερε ένα αντίστοιχα πολύπλευρο πρόγραμμα το βράδυ της 12ης Αυγούστου, με την πιανιστική συνοδεία του Ρόδιου πιανίστα Αλέξανδρου – Εμμανουήλ Βελώνη, που είχε και την ευθύνη της μετάκλησης. Τη δεξιοτεχνική και δραματική άρια του Ιδομενέα από την ομώνυμη όπερα του Μότσαρτ ακολούθησαν οι δύο του Ντον Οττάβιο από τον «Ντον Τζοβάννι», σε θερμές και ευγενούς φραστικής αναγνώσεις, αναμνηστικές ενός εμβληματικού ρόλου της βιεννέζικης θητείας του καλλιτέχνη. Κορυφαίο κεφάλαιο του ρεσιτάλ αποτέλεσαν οι αναθηματικής αναφοράς μελωδίες του Ρόμπερτ Σούμαν και του Ρίχαρντ Στράους. Ήταν η πρώτη περίσταση της συναυλιακής εμπειρίας μας που η συνήθως κραυγαλέα εκφώνηση της  «Zueignung» (Αφιέρωση) δικαιώθηκε  μέσα από την εξομολογητική εσωτερικότητα μιας ερμηνείας, που μόνη της άξιζε τη μετάβαση στο νησί των ιπποτών. Την διαυγή, ενεργητική άρθρωση του Μπρουνς απολαύσαμε και στην «Gralserzählung» από την γ’ πράξη  του «Λόενγκριν», προσημείωση ανάληψης του ρόλου από τον ίδιο εντός του 2021 στο Chemnitz, ενώ ο πρώτος του «Πάρσιφαλ» αναμένεται το 2022 στην ολλανδική Αμβέρσα, Θεού θέλοντος και κορωνοϊού επιτρέποντος φυσικά! Μετά από μιαν ευπρόσδεκτης κομψότητας εκδρομή στον Λέχαρ, τη βραδιά ολοκλήρωσαν άριες από το «Ελιξίριο του Έρωτα» του Ντονιτζέττι, την «Τουραντώ» του Πουτσίνι και τον «Ριγκολέττο» του Βέρντι, παρεμπιπτόντως τελικό αντίδωρο στον ενθουσιασμό του κοινού μετά το ναπολιτάνικο αειθαλές «O sole mio». Μια φωνή που αξίζει να ακούσουμε και στην Αθήνα!