ΒΑΚΤΑΝΓΚ ΚΑΧΙΤΖΕ – ΜΠΕΤΟΒΕΝ, ΚΑΖΕΛΛΑ ΚΑΙ ΡΕΣΠΙΓΚΙ ΣΤΗΝ ΤΙΦΛΙΔΑ

75

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

                 Ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρων ο λόγος που αποτύχαμε να παρακολουθήσουμε την εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για την καλλιτεχνική περίοδο 2017/18, αφού την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου, αντί της πολυαναμενόμενης παρουσίασης της συμφωνίας «Το Τραγούδι της Γης» στο πλαίσιο του εν εξελίξει αθηναϊκού κύκλου Μάλερ υπό τον Στέφανο Τσιαλή, παρεμπιπτόντως αναβαπτισμένο με δεύτερη θητεία στα ηνία του σχηματισμού, αποτίσαμε φόρο τιμής σε έναν παλαιότερο τακτικό επισκέπτη μαέστρο της ΚΟΑ, τον Djansug Kakhidze (1935 – 2002), και μάλιστα στον επιβλητικό χώρο του Κέντρου Μουσικής και Πολιτισμού που φέρει το όνομά του, στον αριθμό  123/125 της καθολικά  αναπαλαιωμένης λεωφόρου Davit Agmashenebeli της Τιφλίδας. Ευρισκόμενοι στην πρωτεύουσα της Γεωργίας για Θεατρικό Showcase της φίλης  χώρας και για ημερίδα της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Θεάτρου υπό τον επίκαιρο τίτλο «Θέατρο και Λαϊκισμός», την οποία εγκαινίασε ο Υπουργός Πολιτισμού και Προστασίας Μνημείων και πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Τελετών του Υπουργείου, δεν παραλείψαμε να επισκεφθούμε παράλληλα το 25ο Διεθνές Μουσικό Φεστιβάλ «Φθινοπωρινή Τιφλίδα». Στο πλαίσιό του παρακολουθήσαμε συναυλία υπό την μουσική διεύθυνση του Vakhtang Kakhidze (*1959), όχι μόνον γιού του επονομαζόμενου και «Γεωργιανού Κάραγιαν», αλλά και ενός επίσης διεθνώς καταξιωμένου αρχιμουσικού και συνθέτη. Σε πείσμα προκαταλήψεων για μια χώρα που δυστυχώς στην Ελλάδα απασχολεί τη δημοσιότητα αποκλειστικά επ’ ευκαιρία  σκληρής εγκληματικότητας, ομολογούμε την παράδοσή μας στη γοητεία της ιστορίας ενός αρχαίου, ηρωικού και ομόδοξου λαού, με έκπαλαι υψηλό επίπεδο πολιτισμού και καλλιέργειας των τεχνών, ενώ δεν μείναμε αλώβητοι ούτε μπρος στη συγκίνηση, με την οποία επανειλημμένα άγνωστοί μας άνθρωποι αντιμετώπισαν αυθόρμητα την Ελληνική μας προέλευση.

Για το πρόγραμμα της συναυλίας του, επικεφαλής της μόλις 24χρονης (δημοτικής) Συμφωνικής Ορχήστρας της Τιφλίδας, ο Καχίτζε jr. επέλεξε να συνδυάσει 2 «τριπλά» κοντσέρτα, για το πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο, αμφότερα υπ’ αρ. 56 στους καταλόγους έργων του Γερμανού Ludwig van Beethoven (1770-1827) και του Ιταλού Alfredo Casella (1883-1947),  με το θεαματικό και άκρως απαιτητικό για την ορχήστρα συμφωνικό ποίημα «Pini di Roma» του Ottorino Respighi (1879-1936). Η επιλογή πυροδοτήθηκε από τη μετάκληση του Ολλανδικού Storioni Trio, εύλογη εν όψει της γεωργιανής καταγωγής της συζύγου τού βιολονίστα του.

Πριν το διάλειμμα ήχησε το Τριπλό Κοντσέρτο του Μπετόβεν (1803), opus με το οποίο οι «Στοριόνι» περιοδεύουν ανά τον κόσμο. Με τέμπι πλατιά και γεμάτα αυθεντία, ο Βακτάνγκ υποστήριξε την ξεχωριστή, συμβιωτική και διαλεκτική, σύμπραξη των σολίστ για μιαν ερμηνεία δροσερή, βιωμένη και ταυτόχρονα ανοιχτή στα ρομαντικά ενδεχόμενα της έμπνευσης του Μπετόβεν. Μετά από την απαλή μελαγχολία ενός συγκρατημένου λυρισμού στο ενδιάμεσο λάργκο, οι 3 διολίσθησαν σε ένα φινάλε λεπταίσθητο και λυτρωτικό, γεμάτο από διακριτικές επισημάνσεις λεπτομερειών και διαποτισμένο από την κοινή ευφορία μιας συμμετοχικής Hausmusik.

Ο Καζέλλα προϋπολόγισε τη σύγκριση του δικού του «Τριπλού» (στην βερολινέζικη πρώτη εκτέλεση του οποίου μάλιστα είχε συμπράξει ως πιανίστας με μαέστρο τον Έριχ Κλάιμπερ, 1933) με εκείνο του Μπετόβεν, αντιλαμβανόμενος διαφορετικά τη λειτουργία του τρίο, δηλαδή ως ενός ηχητικού μπλοκ απέναντι στην ορχήστρα «όπως ακριβώς το κοντσερτίνο αντιπαρατίθεται στο ριπιένο ενός παλαιού κοντσέρτο γκρόσσο». Σε αυτή τη νεοκλασική αντίληψη τις εντυπώσεις έκλεψε το κεντρικό αντάτζιο, όπου οι Ολλανδοί επέτυχαν τη σχετική γαλήνη και την απαλή, φωτεινή διαφάνεια στις οποίες  είχε αποβλέψει ο μουσουργός, εμπνεόμενος από τη γεωγραφία της Σιένα, τόπου σύνθεσης του έργου…

Στο ίδιο ρεύμα Ιταλών συνθετών με τον Καζέλλα, τη «γενιά του 1880», ανήκει και ο Οττορίνο Ρεσπίγκι, κατ’ εξοχήν δημοφιλής για τη λεγόμενη Ρωμαϊκή τριλογία συμφωνικών ποιημάτων του. Το χρονικά κεντρικό έργο του Κύκλου, τα «Πεύκα της Ρώμης» (1924), ολοκλήρωσε διονυσιακά την εμπειρία αναδεικνύοντας το χρωματικό εύρος και το θαυμαστό επίπεδο συντονισμού της ευρείας σύνθεσης της Ορχήστρας, από  το πλέον ανεπαίσθητο πιάνο, για  νυχτερινές και εωθινές σιγαλιές της παρτιτούρας, μέχρι το πλέον εκκωφαντικό φόρτε, για την εγερτήρια κατάληξη αυτού του ιδιοφυούς όσο και δοξαστικού μουσικού αριστοτεχνήματος.