Σισιλιάνος και Ραχμάνινωφ βάθους από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

20

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Σισιλιάνος και Ραχμάνινωφ βάθους από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

   Μια ακόμη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών φιλοξενεί η στήλη, μονότονα ενδεικτική εξέχουσας ποιότητας, αλλά  και ιδιαιτερότητας, που την ανάγει σε μείζον καλλιτεχνικό γεγονός. Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, και με αναθηματικό επίκεντρο τού προγράμματος την συμπλήρωση εικοσαετίας από τον θάνατο τού Γιώργου Σισιλιάνου, την συναυλία της 21ης Νοεμβρίου στη «μόνιμη κατοικία» της Ορχήστρας, την αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) τού Μεγάρου των Αθηνών, εγκαινίασε μια από τις πλέον προσιτές συνθέσεις του. Η ενορχήστρωση από τον ίδιο τής -αρχικώς προορισμένης για το πιάνο- ακολουθίας από «Οκτώ παιδικές μινιατούρες», έργ. 23α, παρεμπιπτόντως μιας από τις πλέον θεσμικές παρουσίες τού 20ού αιώνα στο πεδίο της λόγιας Ελληνικής μουσικής.

 Ήταν συγκινητική  η ανάκρουση τής σουίτας, με τον Βασίλη Χριστόπουλο να  επιδαψιλεύει όλη την δυνατή προσοχή όχι μόνο στην οργανική χαρακτηρολογία, αίφνης τη σκιαγράφηση τού κακού λύκου, αλλά και με το έναυσμα της παρουσίας στην ίδια αυτή αίθουσα του γιου τού συνθέτη, στον οποίο το έργο εξ αρχής αφιερώθηκε. Ο λόγος για τον Λίνο, τον δικό μας συμφοιτητή και φίλο στη Νομική, που, παρά την δικαστική και ακαδημαϊκή του πορεία, ουδέποτε απώλεσε το ενδιαφέρον για γονικούς τομείς πνευματικής επίδοσης. Όσο για  το ίδιο το έργο, απολαύσαμε μια σύνθεση γεμάτη λεπτές παρωδιστικές φωτοσκιάσεις και «περιπέτειες» πυκνών συνόψεων και ψηγμάτων πλοκής,  ερωτημάτων και υπαινιγμών. Μια αξιαγάπητης βραχυλογίας συμφωνική μινιατούρα, με ευφρόσυνο χιούμορ και συχνά απροσδόκητη όσο και συναρπαστική ύφανση και κορύφωση.

KOA_Pogorelich_Christopoulos © Margarita Yoko Nikitaki_(0246_LOW)

Piatto forte της συναυλίας αποτέλεσε το δημοφιλές 2ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα τού Sergei Rachmaninov από το τόσο ξεχωριστό είδωλο της νιότης μας, τον Ivo Pogorelich. Και λυπούμεθα διπλά που, προφανώς κατ’ επιθυμίαν του, τα ηχογραφικά μικρόφωνα της αίθουσας αδρανοποιήθηκαν για μιαν εκτέλεση που, από τα πρώτα μέτρα τού πιάνου και με όχημα ένα αρκούντως ευρύχωρο τέμπο, απέπνευσε την τυπική για το «άχθος αρούρης» ψυχική κόπωση της άποψης τού σολίστ. Πόντιουμ και πιάνο δόμησαν με  συνέπεια και μέγεθος το εναρκτήριο moderato, με την θεματική επωδό να προσλαμβάνει διάσταση μπετοβενικού ερωτήματος. Σχεδόν πεισματικά αντιθετική στα ειωθότα υπήρξε η έκθεση τού διάσημου μουσικού θέματος στο αργό μέρος, εσκεμμένα αποστερημένη από τη ρομαντική πλησμονή που της αποδίδεται, με το συναίσθημα να αποδεσμεύεται μόνον στην επανέκθεση, εν προκειμένω με ισχυρή συνηγορία των εγχόρδων! Αλλά και το καταληκτικό «παιγνιώδες» allegro υπήρξε αναμενόμενα ιδιοσυγκρασιακό και έμφορτο ψυχαναλυτικών διαστάσεων, με την κυοφορία της ανάπτυξής του να τιθασεύεται από στωικότητα και βάθος που δεν ανακαλούμε σε άλλη εκτέλεση (πλην ενός αντίστοιχα «σκοτεινού» 3ου από την ιδιαίτερη Maria Grinberg σε δίσκο βινυλίου Σοβιετικής χάραξης)!

Το επίπεδο της ΚΟΑ αποτυπώθηκε χωρίς αστερίσκους και μετά το διάλειμμα, με τους «Συμφωνικούς Χορούς» του ιδίου Ραχμάνινωφ, μιας οιονεί «4ης συμφωνίας» του. Η εξαίρετη συμβολή όλων των ομάδων, κατ’ εξοχήν δε εγχόρδων και ξύλινων, εντάχθηκε με άνεση στην συγκροτημένη, ενδελεχή και χωρίς αγωγικές αναχωρήσεις οπτική τού έμπειρου αρχιμουσικού τους…

   Μια ακόμη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών φιλοξενεί η στήλη, μονότονα ενδεικτική εξέχουσας ποιότητας, αλλά  και ιδιαιτερότητας, που την ανάγει σε μείζον καλλιτεχνικό γεγονός. Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, και με αναθηματικό επίκεντρο τού προγράμματος την συμπλήρωση εικοσαετίας από τον θάνατο τού Γιώργου Σισιλιάνου, την συναυλία της 21ης Νοεμβρίου στη «μόνιμη κατοικία» της Ορχήστρας, την αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) τού Μεγάρου των Αθηνών, εγκαινίασε μια από τις πλέον προσιτές συνθέσεις του. Η ενορχήστρωση από τον ίδιο τής -αρχικώς προορισμένης για το πιάνο- ακολουθίας από «Οκτώ παιδικές μινιατούρες», έργ. 23α, παρεμπιπτόντως μιας από τις πλέον θεσμικές παρουσίες τού 20ού αιώνα στο πεδίο της λόγιας Ελληνικής μουσικής.

 Ήταν συγκινητική  η ανάκρουση τής σουίτας, με τον Βασίλη Χριστόπουλο να  επιδαψιλεύει όλη την δυνατή προσοχή όχι μόνο στην οργανική χαρακτηρολογία, αίφνης τη σκιαγράφηση τού κακού λύκου, αλλά και με το έναυσμα της παρουσίας στην ίδια αυτή αίθουσα του γιου τού συνθέτη, στον οποίο το έργο εξ αρχής αφιερώθηκε. Ο λόγος για τον Λίνο, τον δικό μας συμφοιτητή και φίλο στη Νομική, που, παρά την δικαστική και ακαδημαϊκή του πορεία, ουδέποτε απώλεσε το ενδιαφέρον για γονικούς τομείς πνευματικής επίδοσης. Όσο για  το ίδιο το έργο, απολαύσαμε μια σύνθεση γεμάτη λεπτές παρωδιστικές φωτοσκιάσεις και «περιπέτειες» πυκνών συνόψεων και ψηγμάτων πλοκής,  ερωτημάτων και υπαινιγμών. Μια αξιαγάπητης βραχυλογίας συμφωνική μινιατούρα, με ευφρόσυνο χιούμορ και συχνά απροσδόκητη όσο και συναρπαστική ύφανση και κορύφωση.

Piatto forte της συναυλίας αποτέλεσε το δημοφιλές 2ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα τού Sergei Rachmaninov από το τόσο ξεχωριστό είδωλο της νιότης μας, τον Ivo Pogorelich. Και λυπούμεθα διπλά που, προφανώς κατ’ επιθυμίαν του, τα ηχογραφικά μικρόφωνα της αίθουσας αδρανοποιήθηκαν για μιαν εκτέλεση που, από τα πρώτα μέτρα τού πιάνου και με όχημα ένα αρκούντως ευρύχωρο τέμπο, απέπνευσε την τυπική για το «άχθος αρούρης» ψυχική κόπωση της άποψης τού σολίστ. Πόντιουμ και πιάνο δόμησαν με  συνέπεια και μέγεθος το εναρκτήριο moderato, με την θεματική επωδό να προσλαμβάνει διάσταση μπετοβενικού ερωτήματος. Σχεδόν πεισματικά αντιθετική στα ειωθότα υπήρξε η έκθεση τού διάσημου μουσικού θέματος στο αργό μέρος, εσκεμμένα αποστερημένη από τη ρομαντική πλησμονή που της αποδίδεται, με το συναίσθημα να αποδεσμεύεται μόνον στην επανέκθεση, εν προκειμένω με ισχυρή συνηγορία των εγχόρδων! Αλλά και το καταληκτικό «παιγνιώδες» allegro υπήρξε αναμενόμενα ιδιοσυγκρασιακό και έμφορτο ψυχαναλυτικών διαστάσεων, με την κυοφορία της ανάπτυξής του να τιθασεύεται από στωικότητα και βάθος που δεν ανακαλούμε σε άλλη εκτέλεση (πλην ενός αντίστοιχα «σκοτεινού» 3ου από την ιδιαίτερη Maria Grinberg σε δίσκο βινυλίου Σοβιετικής χάραξης)!

Το επίπεδο της ΚΟΑ αποτυπώθηκε χωρίς αστερίσκους και μετά το διάλειμμα, με τους «Συμφωνικούς Χορούς» του ιδίου Ραχμάνινωφ, μιας οιονεί «4ης συμφωνίας» του. Η εξαίρετη συμβολή όλων των ομάδων, κατ’ εξοχήν δε εγχόρδων και ξύλινων, εντάχθηκε με άνεση στην συγκροτημένη, ενδελεχή και χωρίς αγωγικές αναχωρήσεις οπτική τού έμπειρου αρχιμουσικού τους…