Ο Θεόδωρος Κουρεντζής διευθύνει Βάγκνερ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

12

τού Κυριάκου Π. Λουκάκου

Ο Θεόδωρος Κουρεντζής διευθύνει Βάγκνερ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

    Αποτελεί διαπίστωση της κοινής πείρας ότι, παρά την πλησμονή παραστατικών χώρων λόγιας μουσικής, η φιλοξενία έργων τού Ρίχαρντ Βάγκνερ, αλλά και της Γερμανικής λυρικής δημιουργίας τού Ρομαντισμού και εντεύθεν εν γένει, παραμένει ανεκπλήρωτο ζητούμενο τόσον από την Εθνική Λυρική Σκηνή όσο και, δευτερευόντως, από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, που διαθέτουν χωρικό πλαίσιο των απαιτήσεων τού εμβληματικού αυτού ολιστικού ογκόλιθου στην θαυμαστή ιστορία τού νεότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι άβολη ασφαλώς η ανάδειξη τού σχετικού προβληματισμού, αφού εκτείνεται σε όλο το κεντρικό και -φευ- δημόσιο φάσμα αιθουσών και σχηματισμών όπερας και συναυλιών. Γιατί η θεσμικά διηνεκής παραστατική δυσανεξία έναντι τού Γερμανόφωνου ρεπερτορίου, παρά το ιστορικό δεδομένο θεμελίωσης τού σύγχρονου Ελληνικού Κράτους (και Πανεπιστημίου) από Γερμανούς ιθύνοντες, αποτελεί παράδοξο τυπικά Ελληνικής ολκής και εγγίζει τα όρια συλλογικού συμπλέγματος. Από τη μια η παραίτηση από την προσπάθεια για οικοδόμηση «εθνικού» θιάσου υπεράσπισης τού λυρικού ρεπερτορίου εν γένει, κατ’ εξοχήν δε τού Βορειοευρωπαϊκού, στο όνομα διεθνοποίησης των διανομών, χωρίς ασφαλώς το ένα δεδομένο να αποκλείει το άλλο, και από την άλλη η συνακόλουθη εύλογη υστέρηση της ορχηστρικής επίδοσης στον Βάγκνερ -αλλά και σε συμφωνιστές τού όγκου και επιπέδου των Μπρούκνερ και Μάλερ-, απελπίζουν για την συνέχεια στο περιορισμένο εισέτι προσδόκιμο της επίγειας ύπαρξής μας.

   

  Σε παρόμοιο πλαίσιο χαιρετίζουμε το Αθηναϊκό Βαγκνερικό «ντεμπούτο» τού Θεόδωρου Κουρεντζή (παρακολουθήσαμε την 2η ομοίου προγράμματος συναυλία, στις 15 Νοεμβρίου), έστω και στην σύνοψη της τριλογίας με πρόλογο «Το Δαχτυλίδι τού Νίμπελουνγκ» από τον αείμνηστο Αμερικανό αρχιμουσικό Lorin Maazel. Την αιμάσσουσα αυτή σύνθεση ορχηστρικών μερών και επιλεκτικών σπαραγμάτων του μνημειώδους αυτού «καθολικού καλλιτεχνήματος» παρουσίασε ο διεθνής «ροκ σταρ» μαέστρος επικεφαλής της δεύτερης ολότελα δικής του Ορχήστρας «Utopia», υπενθυμίζοντας τον εκ μέρους του άθλο συγκρότησής της, ως σχηματισμού που βασίμως καθ’ ημάς ισχυρίζεται ότι «συγκεντρώνει τους καλύτερους μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο», καθώς και προηγηθέντων -ισόκυρων στην αντίληψή μας, χορωδιακού και ορχηστρικού- εκείνων της musicAeterna. Άθλος που θα προκαλεί επουράνιο φθόνο ενός Pierre Monteux κι ενός -βαρονέτου και μετέπειτα Sir- Thomas Beecham!

Η προβλεπόμενη ως μονογραφική συναυλιακή παρουσίαση αυτής τής περίπου 70λεπτης ορχηστρικής φαντασίας πάνω στο βαγκνερικό έπος εγκαινιάσθηκε μολαταύτα, μετά από αυτοπρόσωπη επί σκηνής αναγγελία εκ μέρους τού καλλιτεχνικού διευθυντή τού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Γιάννη Βακαρέλλη, με την «ανάκρουση-έκπληξη» ενός ιδιαιτέρως απαιτητικού έργου τού Φινλανδού συνθέτη Magnus Lindberg υπό τον τίτλο «Arena»(1994/95), που ο Κουρεντζής εμπιστεύθηκε στον β’ μαέστρο της «Utopia»,  τον προφανώς ανερχόμενο  Giuseppe Mengoli. Ορχήστρα και αρχιμουσικός δικαίωσαν στο έπακρο μια παρτιτούρα σοβαρών συμφωνικών φιλοδοξιών, με ιδιαίτερα απαιτητική και κινητική ενορχήστρωση, πραγματική λυδία λίθο των δεξιοτήτων, τεχνικών και σε επίπεδο μουσικότητας, τού Σχηματισμού και τού πόντιουμ. Ιδίως επειδή επιπλέον πρόκειται για σύνθεση ενδιαφέρουσας ανάπτυξης και σχεδόν αδιάπτωτης -με μικρή ανάπαυλα-  ηχητικής αδρεναλίνης, με συναρπαστικής κορύφωσης ολοκλήρωση, που αναδιαμόρφωσε σε γνησίως διμερή την άρθρωση της πολλαπλώς εξαιρετικής αυτής καλλιτεχνικής εκδήλωσης.

Ring without words στην Αθήνα

  

 Ήταν λίγο μετά την 9η εσπερινή που η Ορχήστρα «Utopia» υποδέχθηκε στη σκηνή τον γενάρχη αρχιμουσικό της Θεόδωρο Κουρεντζή για την ασμένως αναμενόμενη, έστω και συνοπτική, απευθείας ξενάγηση ενός ίσως όχι πολυάριθμου, αλλά κατηρτισμένου και διψασμένου Αθηναϊκού κοινού σε σχέση με το  Ελληνικό βαγκνερικό ζητούμενο.

     Με συντομευμένη σε κάποιο βαθμό από τον διασκευαστή Λορίν Μααζέλ την υπόκωφη διαδικασία Γένεσης που εισάγει τον «Χρυσό τού Ρήνου», ο ποταμός «φωτίζεται» ταχύτερα και μάς αποκάλυψε ξύλινα και χάλκινα αρχικά και εν συνεχεία έγχορδα που υποδήλωσαν εξ αρχής επίπεδο εξέχουσας περιωπής και υπερεθνικής ακτινοβολίας. Ως καταληκτικός σταθμός διεθνούς περιοδείας, η συναυλία, παρά τα ελάχιστα, φευγαλέα πνευστά πταίσματα, ανέδειξε ένα ιλιγγιώδους συλλογικής καλλιέπειας ηχητικό αποτέλεσμα, αφού, ήδη προτού ηχήσουν στην φαντασία μας οι ιαχές των Παρθένων τού Ρήνου, ο Κουρεντζής είχε επιβεβαιώσει την κυριαρχία του πάνω στον μαιευτικό μηχανισμό χειρισμού της δυναμικής, προετοιμάζοντας για την αντιπαράσταση τού Βόταν με τη νεόδμητη Βαλχάλα και την μετάπτωση καθόδου τού πατέρα των Θεών στο Νίμπελχάιμ, που η Ορχήστρα χειρίσθηκε με εφιαλτική, δαιμονιώδη ισχύ για τα αμόνια των σκλάβων τού Άλμπεριχ σε συνεχή ροή με την επάνοδο τού ιδίου ως δέσμιου στην επιφάνεια και την εκβολή της μουσικής στο κάλεσμα τού Ντόνερ με νέες ευκαιρίες για τα κυρίαρχα χάλκινα και κρουστά. Και βέβαια την θεαματική σφυριά τού κεραυνού που δημιουργεί τη γέφυρα ενός ουράνιου τόξου προς τη Βαλχάλα.

     Στην συμφωνική σύνθεση τού Αμερικανού η είσοδος στην κατοικία των Θεών παραλείπεται και η μουσική εκβάλλει, χωρίς εισαγωγική καταιγίδα για την «Βαλκυρία», στην καλύβα τού Χούντινγκ και στο -βαθυβίωτο εν προκειμένω- σόλο τού τσέλου για το πρώτο αιμομικτικό ερωτικό σκίρτημα ανάμεσα στον Ζήγκμουντ και την Ζήγκλίντε. Το επίμετρο αυτής της δημοφιλέστερης πράξης τού Κύκλου οδηγεί, με αδιόρατη παύση, στο πρελούδιο της β’ πράξης και στον «Καλπασμό των Βαλκυριών», που καταλήγει καταμεσής στον αποχαιρετισμό τού Βόταν, ευκαιρία κυριολεκτικά «ουτοπικών» ορχηστρικών αποκλιμακώσεων από την φιλοξενούμενη Ορχήστρα και τον ηγήτορά της στην καταληκτική στροφή τού συγκλονιστικού μονολόγου. Η επίκληση τού Βόταν στον Λόγκε μετάγει -και πάλι χωρίς παύση- σε θεματικά ψήγματα  σφυρηλάτησης τού σπαθιού από τον νεαρό «Ζήγκφριντ»  και στον υπαινιγμό εμφάνισης του γίγαντα Φάφνερ. Και βέβαια στη δεύτερη, συναυλιακά αυτονομημένη σελίδα, τους «Ψιθύρους τού Δάσους», και την αρωγή τού ήρωα από το δασοπούλι για την ανακάλυψη και αφύπνιση από το φιλί του της κοιμώμενης Βρουγχίλδης.

    Το «Λυκόφως των Θεών» αποτελεί φυσικό επιστέγασμα και προορισμό αυτής της συμφωνικής σύνθεσης, αφού, ο Βάγκνερ, για πρώτη φορά, εντάσσει επισήμως ορχηστρικά μέρη στην Τετραλογία του. Αν και βραχυλογική λοιπόν, η μετάβαση από την ερωτική νύχτα στο «Ξημέρωμα» ανέδειξε υπέροχες εφεδρείες κυοφορίας μιας υπέρλαμπρης ανατολής, με «νυχτερινούς» οργανικούς απόηχους αναφοράς, πριν από ένα αναμενόμενα συναρπαστικό «Ταξίδι τού Ζήγκφριντ στο Ρήνο», ένα συγκλονιστικό «πένθιμο εμβατήριο» και μια πεισματικά εμφατική και απροκάλυπτα διεκδικητική «αναγέννηση τού κόσμου μέσα από την αγάπη»…