του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Γύρω από τον Σοστακόβιτς με Βάινμπεργκ και Μιασκόφσκυ
Για όποιον, όπως εμείς, παρεπιδημεί στις εξαιρετικές και όχι πλέον ευάριθμες μουσικές αίθουσες των Αθηνών, αποτελεί ιδιαίτερη ικανοποίηση η προσφορά, παραλλήλως προς ποιοτικά ακροάματα εισαγωγής, εκδηλώσεων, που όχι μόνον δεν περιορίζουν την προγραμματική εμβέλεια τού λόγιου κεφαλαίου μιας παγκόσμιας κληροδοσίας, αλλά και την διευρύνουν σε επίπεδο ευεργετικά εκφεύγον της πεπατημένης. Σε αυτή την προδιαγραφή αίρεται όλο και συχνότερα η Ορχήστρα Φιλαρμόνια Αθηνών, δημιούργημα ανάγκης των χρόνων της οικονομικής κρίσης, που, όμως, χάρη στη συνεπή στράτευση των οραματιστών υπευθύνων της, τού καθηγητή Νίκου Μαλλιάρα και τού αρχιμουσικού Βύρωνος Φιδετζή, έχει κατοχυρώσει διακριτό ρόλο στην συναυλιακή πραγματικότητα μιας ακμάζουσας πλέον Ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.
Αξιοποιώντας ευρηματικά την 50ή επέτειο θανάτου τού Ντμίτρι Σοστακόβιτς, η συναυλία της 25ης Νοεμβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) εισέφερε δυσεύρετες καταχωρήσεις από την εργογραφία τού ιδίου και δύο ακόμη συγχρόνων του. Σε α’ πανελλήνια εκτέλεση, τη βραδιά εγκαινίασε η «Εισαγωγή σε ρωσικά και κιργκιζιανά λαϊκά θέματα» τού DSch. Μια σκοτεινή έναρξη οδηγεί στη διαδοχή των λαϊκότροπων μουσικών θεμάτων, η έκθεση των οποίων όμως αναπτύσσεται δυναμικά αν όχι απειλητικά, καθιστώντας την σύνθεση πολύτιμο λίθο στο 15μελές συμφωνικό στέμμα ενός συνθέτη που προεξέτεινε όσον ουδείς τους δυστοπικούς οιωνούς ενός Μάλερ σε ηχητική ενσάρκωση συλλογικού και προσωπικού τρόμου. Σε αυτό το πλαίσιο, η παιγνιώδης κατάληξη τής Εισαγωγής προσλαμβάνει χαρακτηριστικά σαρκασμού, ιδίως για το πομπώδες φινάλε.
Αντιστικτικής εσωτερικότητας και με οικονομημένο σχήμα ορχηστρικής πλαισίωσης, η «Φαντασία για τσέλο και ορχήστρα, έργο 52» τού Mieczyslaw W(V)einberg αποτέλεσε την α’ εκτέλεση στην Ελλάδα έργου τού Πολωνού Εβραίου «εμιγκρέ» στην ΕΣΣΔ, που συνδέθηκε στενά με τον εορταζόμενο. Σύνθεση διαπνεόμενη από πηγαίο τονικό ρομαντισμό, μάς συγκίνησε με την καταλυτική απλότητα της γραφής για το τσέλο, σε αναπλήρωση της δεξιοτεχνικής εξωστρέφειας από εκφραστική φόρτιση, που διερμηνεύθηκε ισχυρά από την ώριμη μουσικότητα τού σολίστ Ρενάτο Ρίπο.
Αν η Φαντασία τού Βάινμπεργκ ανάγεται στο τρομερό έτος 1953, όταν, συμπτωματικά, την ίδια μέρα απεβίωσαν ο Στάλιν και ο Προκόφιεφ, ο επετειακός «Οκτώβρης» του 1967, συμφωνικό ποίημα έργον 131, τού Σοστακόβιτς, αποτελεί στην πρόσληψή μας υστερόγραφο ενός επιβιώσαντος. Οι εμφανείς παραπομπές του στην 5η , 7η και 10η συμφωνία εκπέμπουν μιαν έστω καθυστερημένη revanche, επέκεινα τού τρόμου και τού έντρομου συμβιβασμού που υποσημείωνε τα αδιαφιλονίκητα αυτά αριστουργήματα. Ακόμη περισσότερο, στη γεμάτη ένταση ανάγνωση τού Φιδετζή, σχηματίσαμε την αίσθηση μιας δήλωσης επικράτησης τού συνθέτη, χωρίς πλέον ενδεχόμενο αναστροφής της, μιαν αύρα επιτέλους ανυπόκριτου θριάμβου, με την καταληκτική «αποθέωση» γνήσια και όχι ψυχαναγκαστικά υπαγορευμένη.
Η μετάπτωση, μολαταύτα, για το τέλος της βραδιάς, στον πιο συμβατικό μουσικό κόσμο της 25ης Συμφωνίας τού Νικολάι Μιασκόφσκυ, επίσης σε α’ πανελλήνια εκτέλεση, έστω και ως μαλακτικό απείκασμα ενός -μορφολογικά και ευρύτερα- ευσταθούς συμφωνικού πλαισίου, απέτυχε να ενεργοποιήσει ουσιαστικό αντίκτυπο στην ψυχή τού συγκεκριμένου ακροατή, καταλείποντας φορμαλιστική και γι’ αυτό αντικλιμακτική επίγευση μετά τα έργα που προηγήθηκαν…



















































