του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Καμεράτα από τον Μπετόβεν ως τον Μπέρνστάιν
Μετά από ποικίλο πρόγραμμα κοντσέρτων τού Μότσαρτ, ο Γιώργος Πέτρου επανήλθε στο πόντιουμ τής «Καμεράτα – Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής» και στον πυρήνα τού πλέον δημοφιλούς συμφωνικού ρεπερτορίου, προτού πραγματοποιήσει ένα άλμα προς την σύγχρονη όπερα με την «δραματοποιημένη συναυλία» παρουσίασης, στις 31 Ιανουαρίου, τού «Candide» από την γραφίδα τού Leonard Bernstein.

Η βραδιά της 19ης Νοεμβρίου εγκαινιάσθηκε με την -7η πλέον- συμφωνία τού Franz Schubert, την επονομαζόμενη «Ημιτελή», αποδεικνύοντας ότι το Σύνολο έχει κατακτήσει τον επιθυμητό ήχο του, «εποχής» μεν αλλά χωρίς αιχμηρότητες που συνδέουμε με την πρώιμη φάση τής «αυθεντικής» πρακτικής. Ένα επίτευγμα που εκτείνεται επίσης σε ευσταθείς εσωτερικές ισορροπίες των οργανικών ομάδων και σε προβολή ακουστικής ισχύος προς την μεγάλη αίθουσα, η οποία, αν δεν είναι αποτέλεσμα -τεχνικά εξαίρετης- ενίσχυσης (τα ηχεία οροφής διατηρούσαν φωτεινές ενδείξεις λειτουργίας), τότε αξιολογούμε ως επίζηλη για σχηματισμό δωματίου. Ερμηνευτικά, προσυπογράφουμε τη λεία εκφορά τής Ορχήστρας και την αγωγικά κεντρική διαχείριση ανάπτυξης τού έργου, ώστε να ηχεί τόσο βαρυσήμαντο και τραγικό όσο στις νεανικές ψυχές μας από παραδοσιακούς σχηματισμούς. Παρά τα όποια κατανοητά για πνευστά εποχής ολισθήματα, σημειώνουμε την σύμπραξη των χάλκινων και των ξύλινων, όπως και το εκφραστικό λεγκάτο των εγχόρδων, δηλωτικό της εμπειρίας τού μαέστρου στην όπερα, ελεύθερο όμως ανεπιθύμητων μελοδραματικών υπερβολών. Υπέροχο το κλαρινέτο στην είσοδο του andante con moto, με κτήμα της Ορχήστρας μια κουλτούρα τού piano, εν ολίγοις μια ερμηνεία που ακροβάτησε επιτυχώς ανάμεσα στο μυώδες σφρίγος και την ευαισθησία τής φραστικής.

Με οδηγό ένα τέμπο μουσικολογικά ενημερωμένο, η 5η συμφωνία τού Μπετόβεν διατήρησε τις -καθ’ ημάς απαραίτητες- επαναλήψεις των ακροτελεύτιων μερών της, με αξιοπρόσεκτες νύξεις επέλασης τού πεπρωμένου από τα κρουστά, ένα όντως κινητικό β’ μέρος, κομψής αξιοποίησης τού δυναμικού εύρους, και ένα λυτρωτικά δοξαστικό φινάλε.
Ο συνθέτης Leonard Bernstein επέλεξε (και ηχογράφησε), τόσο για το «West Side Story» όσο και για τον «Καντίντ», ως τελική εκδοχή τους, εκείνη της οπερατικής (όχι οπερετικής) μορφής, απαλείφοντας μάλιστα στον δίσκο και τον μόνο αφηγητή τού κινηματογραφημένου θεάματος. Στον αντίποδα, η αναβίωση τού ΜΜΑ έγινε σε «μετάφραση, διασκευή και σκηνική προσαρμογή» τού Γιώργου Πέτρου. Επιλογή που, προκειμένου για έργο με πρόσωπα εξ αρχής σχηματικής μόνον υπόστασης, τα ευτέλισε έτι περαιτέρω, κίνδυνο που αποσοβούσε η τελική οπτική τού συνθέτη. Η ελληνόγλωσση απαγγελία με σκηνική παρουσία συντελεστών που έμοιαζαν να διαγκωνίζονται στην επιδίωξη γελοιογραφικής υποκριτικής, ενίοτε και εντός της μουσικής, όπως π.χ. στο αξιομνημόνευτο «Glitter and be gay» τής Δανάης Κοντόρα, υπονόμευσε καθοριστικά τον συνολικό αντίκτυπο αυτού τού σπανίως παρουσιαζόμενου έργου. Στο αυτό πλαίσιο δε, αξιολογούμε ότι η -ορθή- αξιοποίηση λυρικών ερμηνευτών δεν συνάδει με μικροφωνική ενίσχυσή τους στην εξαίρετη ακουστική της αίθουσας «Αλεξάνδρα Τριάντη». Θα ήταν πολύ να προσδοκούσαμε επανάληψη τής παρουσίασης αποκλειστικά τού συνόλου των μουσικών μερών τής όπερας και με τον αυτονόητο σεβασμό στις συμβάσεις φυσικής εκφοράς αιώνων;



















































