Κόρνγκολντ και Μάλερ με Οξφορδιανή μπαγκέτα από την ΚΟΑ

8

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Roman Simovic-John Warner-ΚΟΑ[ΜΜΑ 31.10.2025] – photo (2) by Kyriakos Loukakos

Ήταν προφανές το στοιχείο προγραμματικής διασύνδεσης των έργων της συναυλίας, που παρακολουθήσαμε το βράδυ της Παρασκευής 31 Οκτωβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής), πολύ εντονότερο τού μέχρι θανάτου πληκτικής πολιτικής ορθότητας παρατίτλου της «Απόηχοι πολέμου». Γιατί και μόνον η αντιπαράσταση με  συνθέτες, όπως ο Erich Wolfgang Korngold και ο Gustav Mahler, βοά για παράτιτλο απόηχων «αντισημιτισμού», αφού ο μεν πρώτος υπήρξε πρόσφυγας, ο δε δεύτερος εσωτερικός «μετανάστης» ακριβώς λόγω της συγκεκριμένης κοινής τους αναφοράς.

Σε κάθε περίπτωση και στην υπερπλήρη αριθμητική σύνθεσή της, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έλαμψε, από τα πρώτα, μαλακά, εισαγωγικά μέτρα τού όντως «μεταπολεμικού» (1947) κοντσέρτου για βιολί, με το οποίο ο επιτυχημένος ως συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής Κόρνγκολντ επέστρεψε στην κατά τον ίδιο «σοβαρά» μουσική, όπως ακριβώς προοριζόταν εκ καταγωγής, χαρίσματος και παιδείας. Ομοίως δε ο φιλοξενούμενος εκπαιδευτικός νεοσσός  τής Οξφόρδης, συμπτωματικά με το επώνυμο των αδελφών, για τις ταινίες των οποίων συνέθετε ο Κόρνγκολντ στο Χόλυγουντ (John Warner!), διαχειρίσθηκε την ασφαλή  και πλατιά φραστική ανάδειξη των μελωδικών τόξων μιας γόνιμης έμπνευσης από την απέριττη δεξιοτεχνική άνεση τού σολίστ Roman Simovic, σε συναντίληψη «ευγενούς» -κατά την αγωγική ένδειξη- λυρισμού στο α’ μέρος, με ευρυχωρία και εσωτερικότητα στην κεντρική ρομάντσα και επεκτείνοντας την ενότητα ύφους για το πυροτεχνικό φινάλε.

Επίκεντρο της βραδιάς αποτέλεσε πάντως η 5η συμφωνία τού Μάλερ  με την νεανικά εξωστρεφή επέλαση τού διοπτροφόρου Γουώρνερ στο εμβληματικό εναρκτήριο μουσικό θέμα να εξαντλεί τη φόρτιση κραυγής απελπισίας στην πλέον αποκαλυπτική της ένταση. Ο ίδιος υπηρέτησε πειστικά έναν συνεπή σε επίπεδο ρυθμού και δυναμικής βηματισμό πένθιμου εμβατηρίου, με πυρετώδη ανάπτυξη και εντυπωσιακή επιστράτευση των τυμπάνων τού Δημήτρη Δεσύλλα. Ακολούθησε «ατάκα» το «τρικυμιώδες» β’ μέρος, με τη δυναμική μπαγκέτα να μην περιορίζεται στις προφητικές κορυφώσεις, αλλά παραλλήλως να εξαντλεί την υποβλητικότητα κυοφορίας των επεισοδίων αυτής της γεμάτης ανατροπές μουσικής.

Εκπλήξεις και πτυχές τού έργου που είχαν διαλάθει της προσοχής μας επεφύλασσε και το σκέρτσο, όπου ο νεαρός μαέστρος επίσης πήρε τον χρόνο του, προκειμένου να δικαιώσει μια προσωπική, σχολαστικά επιμελή μαιευτική, ιδιαίτερα ευεργετική για τον συγκεκριμένο ακροατή. Ήταν αυτή μια επιλογή που τού επέτρεψε να υιοθετήσει έναν ευκίνητο, χαμηλότονο σπαραγμό για το ούτως ή άλλως ακατάβλητα σπαρακτικό adagietto, καθοριστικό στη διεύρυνση απήχησης τού Μάλερ στο παγκόσμιο κοινό ως soundtrack  τής κινηματογραφικής μεταφοράς τής νουβέλας τού Τόμας Μαν «Θάνατος στη Βενετία» από τον Λουκίνο Βισκόντι. Μια επιλογή που ανακαλούσε το ευκίνητο τέμπο της ηχογράφησης τού -επίσης Εβραίου εμιγκρέ- Μπρούνο Βάλτερ (1947), τέμπο που ο Γουώρνερ επέτρεψε να διευρυνθεί ευεργετικά στην τελική επάνοδο τού αξιομνημόνευτου αυτού μουσικού θέματος.  Με την συντήρηση της εκφραστικής επίτασης σε παρόμοιο επίπεδο, δεν ξενίζει το γεγονός ότι το «εύθυμο» καταληκτικό ρόντο λειτούργησε έν τινι μέτρω αντικλιμακτικά έναντι όσων προηγήθηκαν, η ηλικία και η εμπειρία όμως αναμένεται να θεραπεύσουν, εν ευθέτω χρόνω, όποια παρόμοια επιφύλαξη…