Η Σόνυα Γιόντσεβα «μαζί για το παιδί» στην Αθήνα

27

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

      Απέχοντας ένα δίμηνο από την 4η Νοεμβρίου, ανακαλούμε την αμηχανία μας όταν διαπιστώσαμε ότι η φιλανθρωπική συναυλία μιας από τις δημοφιλέστερες υψιφώνους της νεότερης γενιάς, στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» του φερωνύμου Κέντρου Ιδρύματος Πολιτισμού, συνέπιπτε με την παρουσίαση, στην αίθουσα της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλλιαν Βουδούρη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, του πρόσφατου βιβλίου του Tom Volf, κομβικού για την ανθολόγηση μέχρι τούδε ανέκδοτων επιστολών της Μαρίας Κάλλας, επιπλέον δε με παρόντα στην εκδήλωση του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» τον συγγραφέα. Παρά το ενδιαφέρον τής τελευταίας λοιπόν, συρθήκαμε στην επώδυνη αλλά αναπότρεπτη επιλογή παρακολούθησης τής (επιτέλους) εκ του φυσικού, ατομικής εμφάνισης τής Sonya Yoncheva, πολλαπλώς ενδιαφέρουσας τόσο για το απαιτητικό πρόγραμμα, αφιερωμένο αποκλειστικά σε μέρη από όπερες του Giacomo Puccini, όσο και για τη βαριά αιγίδα της Rolex, διεθνώς συνυφασμένη με την καλλιτεχνική αφρόκρεμα του κλασικού ακροάματος.

Για τους λεπτολόγους επισημαίνουμε ότι δεν ανιχνεύσαμε συγγενική σχέση της Βουλγάρας πριμαντόνας με την 85χρονη σήμερα ομοεθνή και ομότεχνή της Galya Yoncheva, απόφοιτο της τάξης του 1966 στο Ωδείο Αθηνών, με επίδοση που, στα 1975, την έφερε στο Φεστιβάλ του Glyndebourne. Η μικρή δισκογραφία της τελευταίας περιλαμβάνει και ένα δίσκο Πουτσίνι, αλλά τα ρεσιτάλ, τα οποία αυτομάτως αποτέλεσαν βάση αντιπαραβολής με το μονογραφικό πρόγραμμα τής ξένης μας ακούν, πέραν της Κάλλας, πρωτίστως στα ονόματα μιας ακόμη συμπατριώτισσάς της, της Raina Kabaivanska και, οπωσδήποτε, της Renata Scotto.

Έχοντας σπουδάσει και ερμηνεύσει εξαιρετικά το μπαρόκ πλάι στον William Christie, η Γιόντσεβα μοιάζει να πυκνώνει επικίνδυνα τις μεταβατικές φάσεις της φωνητικής της ωρίμανσης, παραλληλίζοντας την επικράτησή της στα Operalia του 2010, την επιβράβευση Echo Klassik  του 2015 και το Βραβείο αναγνωστών του περιοδικού Opera στα 2019 με αντίστοιχα άλματα εφόδου σε ρεπερτόριο, η πρόωρη ενασχόληση με το οποίο, στην τρυφερή ακόμη ηλικία των 40 ετών,  θέτει σε άμεσο κίνδυνο τις αρετές που κατ’ εξοχήν επιβεβαιώσαμε στην αθηναϊκή συναυλία της. Την κρυστάλλινη δροσιά, την ισχυρή προβολή στην αίθουσα, την ευαίσθητη αξιοποίηση της δυναμικής και τη μουσικότητα μιας εξαιρετικής φωνητικής φύσης. Μιας φύσης που έλαμψε μεν στην παρθενική αθωότητα της Λαουρέτα του «Gianni Schicchi», αλλά δυσχερώς απέκρυπτε την εκφραστική μονοχρωμία λ.χ. στην άρια της Μπατερφλάυ, ακόμη και στον σύντομο αποχαιρετισμό της Μιμής από την γ’ εικόνα της «Μποέμ», όπου οι λέξεις ελάχιστα ζωντάνευαν την αδόμενη αφήγηση.  Και μπορεί η μουσική της παιδεία να της επέτρεψε να ενσαρκώσει  αξιομνημόνευτα, με οργανικής ποιότητας αρετές, τον κλασικό ρόλο της Μήδειας του Κερουμπίνι (Κρατική Όπερα του Βερολίνου, 2018, σε διεύθυνση Ντάνιελ Μπάρενμπόιμ), όμως η αναγγελία για την τρέχουσα σαιζόν ρόλων, όπως η Τζοκόντα και η Φεντόρα, ακούγεται άκρως  ριψοκίνδυνη. Στην Αθήνα την Γιόντσεβα πλαισίωσαν αξιοπρεπώς ο αδελφός της τενόρος  Marin Yonchev (όμως Ροδόλφος σε γκαλά Rolex με προϋπηρεσία Παρπινιόλ και Ιτούλμπο;), και  η  Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τον «resident artist» Philippe Auguin.