Βιεννέζικοι ήχοι ξανά από τους «Φίλους της Μουσικής» στο Μέγαρο Αθηνών

3

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

      Αποτελεί παράδοση για τον «Σύλλογο Φίλων της Μουσικής» η προϋπάντηση της νέας χρονιάς με εκδήλωση βιεννέζικης αναφοράς, πρόγευση της Πρωτοχρονιάτικης συναυλίας τής Φιλαρμονικής τής Αυστριακής πρωτεύουσας. Μια προεόρτια περίσταση που -όχι χωρίς ίχνος μεταμέλειας- ομολογούμε ότι είχαμε αποτύχει να παρακολουθήσουμε. Ούτως ή άλλως το γεγονός ακυρώθηκε την τελευταία διετία, αλλά η πρώτη απελευθέρωση των διεθνών μετακινήσεων επέτρεψε την εκ νέου διοργάνωση, που δεν θελήσαμε να στερηθούμε.

     Στα πρότυπα της παράδοσης του Γιόχαν Στράους Υιού, που καθιερώθηκε ως ιστάμενος βιολονίστας και αρχιμουσικός της μικρής χορευτικής του ορχήστρας, το Johann Strauss Ensemble και ο επίσης Stehgeiger μαέστρος του Russell McGregor πρόσφεραν στους Αθηναίους τυπικά βιεννέζικο άρωμα, μεταφέροντας στην ευπρόσδεκτα ανθοστόλιστη αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» ήχους και αισθήσεις που ανάγονται σε ένα απώτερο πλέον αλλά αταλάντευτα νοσταλγικό ως τις μέρες μας παρελθόν. Σπεύδουμε να διευκρινίσουμε ότι ο επισκέπτης σχηματισμός   δεν ταυτίζεται ούτε με την (Ολλανδική) Ορχήστρα Johann Strauss των πολυπληθών γκαλά τού επίσης Stehgeiger André Rieu ούτε με την Wiener Johann Strauss Orchester του αείμνηστου εξάρχοντος της Φιλαρμονικής Willy Boskovsky. Αν και οι μουσικοί του όμως αποτελούν μέλη της Ορχήστρας Bruckner άλλης Αυστριακής πόλης, της γενέτειρας του κορυφαίου συμφωνιστή, του Λιντς, η αφομοίωση των λεπτών ερμηνευτικών προαπαιτουμένων αυτής της απατηλά «ελαφράς» μουσικής έμοιαζε να αναβλύζει σχεδόν γενετικά το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου, ενισχυμένη καθοριστικά από τον Αυστραλό μεν, αλλά και από 30ετίας ήδη μόνιμο κάτοικο Βιέννης   επικεφαλής τους.  Η θητεία του ως εξάρχοντος τής Kammeroper (και όχι της  Ορχήστρας Δωματίου, όπως εκ παραδρομής αναγράφηκε στο συνοδευτικό φυλλάδιο), καθώς και της παρόμοιου προσανατολισμού Ορχήστρας Schönbrunn τής πόλης, συντηρεί, όπως αποδείχθηκε, την τριβή τού ιδίου και των μουσικών του με την ιδιωματική χαλαρότητα απόδοσης του συγκεκριμένου ρεπερτορίου, συνδυαζόμενη και με την κουλτούρα του δημοφιλούς στην κεντρική Ευρώπη Gesprächskonzert, συναυλίας δηλαδή όπου τα μουσικά μέρη γεφυρώνουν προφορικές, εισαγωγικές των έργων, παρεμβάσεις του μαέστρου, ενίοτε και διαδραστικού με το κοινό χαρακτήρα. Σε μιαν απ’ αυτές ο Μακγκρέγκορ συγκίνησε με την αποκάλυψη ότι η αθηναϊκή τους εμφάνιση αποτελούσε την παγκοσμίως πρώτη ενώπιον κοινού σύμπραξή τους από την αρχή της πανδημίας.

Το ενδιαφέρον πρόγραμμα δεν περιορίσθηκε σε αειθαλή, όπως τα βαλς «Βιεννέζικο Αίμα» και «Στη χώρα π’ ανθούν οι λεμονιές» ή η πόλκα «Στο ζαχαρένιο δάσος» του δεύτερου Γιόχαν, αλλά περιέλαβε καταχωρήσεις από την εργογραφία και άλλων μελών τής οικογένειας Στράους, όπως του πατέρα του, του αδελφού του Γιόζεφ, αλλά και σελίδες τόσο του ανεψιού τους Έντουαρντ  (η δεόντως κομψή ερμηνεία της πόλκας του «Mit Chic») όσο και τού -επίσης Έντουαρντ- γιου τού τελευταίου και μικρανεψιού τους, με την «Ξέφρενη» πόλκα τού οποίου εγκαινιάσθηκε η συναυλία. Μουσικά και οπτικά σαγηνευτική, η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη θέρμανε ψυχές με ερμηνείες  ευαίσθητου λυρισμού, ιδίως από τη μελωδική γραφίδα του Λέχαρ, από την «Εύθυμη Χήρα» και, ως ανκόρ, από την κύκνειά του «Τζουντίτα».