Μπαχ ολκής όσον και άνισος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών 

0

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Μπαχ ολκής όσον και άνισος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών 

Έχει καταστεί περίπου εθιμική, εν όψει των Χριστουγέννων,  η μερική επάνοδος τού φερώνυμου ορατορίου, που ο J.S.Bach αφιέρωσε στην γέννηση τού Ιησού. Επίφοβο για αποχωρήσεις μετά από το απαραίτητο διάλειμμα, το αριστούργημα αυτό ξενοδοχείται συνήθως σε ενιαία παρουσίαση των τεσσάρων από τις 6 καντάτες του. Στις 16 Δεκεμβρίου οι 1η, 3η, 5η και 6η καντάτα ερμηνεύθηκαν από το μακράς καθιέρωσης συγκρότημα «Les Arts Florissants», ένα από τα πλέον εκλεπτυσμένα φωνητικά και οργανικά σύνολα της λεγόμενης «αρχαίας» ή «παλαιάς» μουσικής. Υπό την διττής αναφοράς μουσική διεύθυνση τού τενόρου και αρχιμουσικού Paul Agnew, το εναρκτήριο, προκλητικά εγερτήριο κάλεσμα της χορωδίας σε αλαλαγμούς χαράς δεν απέδωσε μεν τον φόρτο των ντεσιμπέλ που συνοδεύει οικιακές ακροάσεις αυτής της απροσχημάτιστα και επαναστατικά προπαγανδιστικής εορταστικότητας. Μολαταύτα, το μέτρο έντασης τού ηχητικού αποτυπώματος στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής)   κοινωνήθηκε με ευγενούς πλησμονής πληθωρικότητα, μαλακτική ώτων και ψυχών των παρισταμένων, χάρη και στη μετρημένη ηχώ μιας έξοχης ακουστικής. Ήταν αυτή μια εμπειρία ποιότητας οργανικών και φωνητικών τίμπρων, εντέλειας κλιμακώσεων και αποκλιμακώσεων της δυναμικής, ου μην και φραστικής πλαστικότητας, που σπανίως ευλογεί την συναυλιακή μας εμπειρία εντός συνόρων.

Bach (2) – Les Arts Florissants – MMA 16.12.2025 – photo by Kyriakos Loukakos

Αυτήν ακριβώς την ισχύ των ποιοτικών δυνατοτήτων μιας υποβλητικά ισχυρής  εξιστόρησης υπηρέτησε ο μαέστρος και το ίδιο αυτό στοιχείο, ενός υπερβατικής πληρότητας «άσματος», απηχήθηκε στην εκφορά του Ευαγγελίου από τον -ανεγνωρισμένο ως Ευαγγελιστή- τενόρο Nick Pritchard, φωνή με καθαρή, ελάχιστα εμφατική άρθρωση, που σεβάσθηκε τα όρια της ευφωνίας χωρίς υποθήκευση τού αδόμενου Λόγου. Ήταν η ίδια αυτή προσέγγιση που επέτρεψε σε κοράλ να λάμψουν παρά την έλλειψη οργανικής συνοδείας. Η ίδια καθολική καλλιέπεια και κυριαρχία μέτρου και ύφους υπηρετήθηκε από τον βαθύφωνο τής βραδιάς, τον Γερμανό Andreas Wolf, που κατέγραψε επιπροσθέτως την πλέον ισχυρή εξαγγελία και υποδειγματικό legato στην άριά του «Grosser Herr», αμέσως πριν από το καθολικά εντυπωσιακό καταληκτικό κοράλ της καντάτας. 

Η παρόμοιου εισαγωγικού επιπέδου εκδήλωση παρουσίασε τα πρώτα ποιοτικά ρήγματα κατά την ελάχιστα ευτυχή σύμπραξη  τού Γερμανού με την υψίφωνο Miriam Allan στην 3η καντάτα, φωνή ελάχιστα νεανική, με υπονομευτικές οξύτητες, που ίσως συγχωρούσαμε σε αγόρι-σοπράνο, αλλά τις αξιολογήσαμε ευθύς -και όπως απεδείχθη διορατικά- ως νόθευση τής αισθητικής ενότητας τής ερμηνείας. Περιορισμένη προβολή στον χώρο κατέγραψε και η κοντράλτο Georgia Burashko, αν και αξιοποίησε το πόντιουμ για την άριά της στην ίδια καντάτα, έλλειμμα σημαντικό παρά το έξοχο βιολί ομπλιγκάτο της εξάρχουσας.

Τί κι αν το εναρκτήριο χορωδιακό της 5ης καντάτας επιστράτευσε εκ νέου στην αποστολή ερμηνευτικού σφρίγους, αίσθηση που συντηρήθηκε με την άρια τού βαθυφώνου! Ένα επισφαλές τρίο των κυριών με τον -τουλάχιστον επαρκή- τενόρο Bastien Rimondi βρήκε συνέχεια εσωτερικής δυσαρμονίας επιπέδου στην 6η καντάτα, με την άρια της σοπράνο σε απόδοση στριγκή, ελλιπούς φωνής και ακατάληπτου κειμένου, μετατρέποντας -για εμάς τουλάχιστον- το μικρό πλέον υπόλοιπο σε δοκιμασία υπομονής! Fausse économie για όποιον την αποφάσισε…