του Κυριάκου Π. Λουκάκου
«Μουσική προσφορά» στον Άρβο Περτ και όχι μόνον!
Ο Γκεόργκις Όζοκινς στο Μουσείο Μπενάκη
Στην ευρύχωρη αίθουσα τού Μουσείου Μπενάκη, επί της οδού Πειραιώς 138, βρεθήκαμε το τελευταίο ημερολογιακό Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου, του 2025 για μια 3η συναυλιακή εκδήλωση, το ρεσιτάλ πιάνου, που σηματοδότησε το Αθηναϊκό ντεμπούτο τού Georgijs Osokins.
Για όσους μας -ασυγχώρητα- αγνοούσαμε τον πιανίστα, ασφαλώς δεν παρέλκει η επισήμανση ότι ο γεννημένος το 1995 καλλιτέχνης αποτελεί εκπαιδευτικό καρπό μιας μείζονος ανατολικοευρωπαϊκής, πρώην Σοβιετικής, παράδοσης, η οποία, παρά τα νεότερα γεωπολιτικά δεδομένα, εξακολουθεί να εμπλουτίζει θεαματικά -σε ορισμένο βαθμό και διαδραστικά- ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτιστικό τοπίο. Και αυτό όχι μόνον επειδή απλώς ο νεαρός, γόνος ο ίδιος οικογενείας πιανιστών, αποτέλεσε ένα ακόμη παιδί-θαύμα μιας ήδη θαυμαστής ακολουθίας, που βρέθηκε ενώπιον της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της χώρας του στα 10 μόλις χρόνια του, σπουδάζοντας στο ίδρυμα όπου είχαν μαθητεύσει διαμετρήματα σαν τους μαέστρους Μάρις Γιάνσονς και Άντρις Νέλσονς ή τον τσελίστα Μίσα Μάισκυ και τον βιολονίστα Γκίντον Κρέμερ (που φιλοξενεί εκ των πρώτων τον Όζοκινς στην «Κρεμεράτα» του). Ο ίδιος νέος πρόλαβε να εντυπωσιάσει στον 17ο Διαγωνισμό «Φρ. Σοπέν» της Βαρσοβίας στα 19 του και, ακόμη σημαντικότερο, μέσα στην 28χρονη μόλις ζήση του, επέτυχε επίπεδο δεξιοτεχνίας και μουσικής εγκυρότητας, που οδήγησε τον θρυλικό ομότεχνό του Garrick Ohlsson να διαπιστώνει ότι ο -κάτοικος Βερολίνου πλέον- πιανίστας κατόρθωσε να αναδημιουργήσει «το είδος των στιγμών που υπήρξα αρκετά τυχερός ώστε να ακούσω από τον Βλαντιμίρ Χόροβιτς στα καλύτερά του, ο οποίος υπήρξε σύνδεσμος με έναν νεαρότερο Ραχμάνινωφ, Χόφμαν, Φρίντμαν κλπ., που η δική μου γενιά ουδέποτε άκουσε»!

Επιστέγασμα πορείας πάντως και παραλλήλως εφαλτήριο για τον μουσικό υπήρξε η πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση τού πιανιστικού έργου τού Arvo Pärt, επ’ ευκαιρία των 90ών γενεθλίων του, με τον συνθέτη να αποτελεί πρώτο σταθμό αμφοτέρων των ημισφαιρίων τής Αθηναϊκής συναυλίας. Ολιγόλεπτες πιανιστικές μινιατούρες τής μετά το 1976 συνθετικής μεθόδου «Tintinnabuli» τού Εσθονού, όπως «Στην Αλίνα» και «’Έξι Παραλλαγές για την ανάρρωση τής Αρίνουσκα», στο α’ μέρος, ή το κινηματογραφικό βαλς «Ukuaru», συνδυάσθηκαν με την μεταγραφή της δημοφιλούς προγενέστερης σύνθεσής του «Fratres» από τον ξένο μας. Την υποβλητικής σιγής ατμόσφαιρα των πρώτων διαδέχθηκε υπερβολικά θορυβώδης (σε σχέση με τον κύλινδρο Welte Mignon του F.Busoni) ανάκρουση τής μεταγραφής από τον Ιταλό συνθέτη της καταληκτικής «Chaconne» από την 2η Παρτίτα για βιολί σόλο τού J.S.Bach, με ευπρόσδεκτη μετάπτωση σε λεπταίσθητη διαχείριση για δύο πρελούδια τού S.Rachmaninov.
Με την χαρακτηριστική άνεση νικητή παρισινού «Διαγωνισμού Σκριάμπιν» κινήθηκε ο σολίστ στην καταληκτική τού α’ μέρους ακολουθία ποικίλης ιδιοσυγκρασίας συνθέσεών του και με αντίστοιχη εμπειρία και ευαισθησία απέδωσε, μετά το διάλειμμα, δύο Μαζούρκες τού Σοπέν, επιφυλάσσοντας κυριολεκτική «τεχνική των τριών χεριών» για την φαντασία δίκην σονάτας «Μετά από μιαν ανάγνωση τού Δάντη» τού Fr.Liszt, που ολοκλήρωσε το επίσημο πρόγραμμα, αλλά και την χαρακτηριστική 15η Ουγγρική Ραψωδία τού ιδίου, με την οποία φιλοδώρησε γενναιόδωρα ένα ηχηρά ευγνώμον κοινό!



















































