του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Μοντεβέρντι αναφοράς με Ελληνική συμμετοχή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Ένα παραστατικό γεγονός, ποιοτικό ορόσημο ρεπερτορίου τής «άγονης γραμμής», ολοκλήρωσε το απελθόν ημερολογιακό έτος στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής). Η συναυλία της 28ης Δεκεμβρίου, με μόνο έργο της βραδιάς τους ιστορικά ακρογωνιαίους «Εσπερινούς τής Μακαρίας Παρθένου» τού Claudio Monteverdi (1567-1643), που παρουσίασαν η «Καμεράτα-Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής» με όργανα εποχής και η «Χορωδία Δωματίου Αθηνών» σε διδασκαλία Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, συναυλία που, κατά την αντίληψή μας, μετάγει αμφοτέρους τους σχηματισμούς σε νέο υψηλό επίπεδο διεθνούς επίδοσης.

Επίπεδο προφανές ήδη από την εισαγωγική Intonatio που ήχησε με εμβληματική ομοιογένεια ύφους και ήχου, θέτοντας την seconda pratica τού Μοντεβέρντι στην εγερτήρια υπηρεσία τού Θείου Λόγου, χωρίς οργανικές ή άλλες «οξύτητες», με ένα επαρκώς ενταγμένο φωνητικό κουαρτέτο. Εξέχον μέρος του αποτέλεσε ο από ετών διάσημος αρχιμουσικός-τενόρος Emiliano Gonzalez-Toro σε άψογη και ιδιωματική σύμπραξη με τον ομόφωνό του Juan Sancho για ένα ανάγλυφο «Nigra sum». Η καλλιέργεια τού κουαρτέτου των μονωδών και η ευτυχής σύντηξή του με εαυτούς και (τους ευάριθμους) αλλήλους ανέδειξε αξιομνημόνευτα τον μελισματικό πλούτο τού «Laudate Dominum» με κυριολεκτικά απεσταγμένη ζωηρότητα, φραστική συνοχή, λεπτότητα ιδιοποίησης τής μουσικής γραφής και απέριττη δεξιοτεχνία βάθους. Ιδιαίτερη και η σύμπραξη τής υψιφώνου Μυρσίνης Μαργαρίτη με την μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα, αμφότερες μακράς εμπειρίας στο «αρχαίο» είδος, για το «Pulchra es», με το άφυλο ηχόχρωμα τής πρώτης να σιγοντάρεται μαλακτικά από την δεύτερη γι’ αυτόν τον αίνο στην Αειπάρθενο.

Σε όλη την διαδρομή τού έργου, η ελαφράδα χειρισμού των οργανικών και φωνητικών δυνάμεων από τον Τόρο, με την λικνιστική διάσταση χορευτικής αναφοράς που αυτή επέτρεψε, εμπέδωσε ένα κλίμα ευφρόσυνης ανάτασης που ενίσχυσε την πνευματικότητα της λειτουργικής αυτής μουσικής, ακριβώς στο πνεύμα των ιερών και ιεροπρεπών κειμένων των ακολουθιών. Μια ακόμη κοινά βιωμένη σύμπραξη των τενόρων για το «Duo Seraphim clamabant», με πλαστικότατη σύμπραξη της Καμεράτα, οδήγησε σε ένα «Nisi Dominus» πραγματικό θαύμα μουσικότητας, γραμμής και τεχνικής, κυριολεκτικά υπερβατικής πρόσληψης από εμάς τους ευνοημένους ακροατές τού θεωρείου 10, με συνεχείς χωρικές αναδιατάξεις τής Χορωδίας που μάς κατέπληξε με το ανάπτυγμα δυναμικής και τη φωτεινή εσωτερικότητα εκφοράς της.
Ένας διδακτικά επίπονος χορδισμός των τόσο ευαίσθητων αυθεντικών οργάνων οδήγησε σε ένα «Audi», tour-de-force για τον Τόρο και την εκτός αιθούσης ονειρικά κρυστάλλινη «ηχώ» τού Σάντσο, με αξιομνημόνευτη εκλέπτυνση τού τόνου κατά την αναφορά της Παναγίας. Συνολικά, οι κορυφαίες στιγμές τής παρουσίασης υπερβαίνουν ένα συνοπτικό κείμενο! Ενδεικτικά, στο καταληκτικό «Magnificat», ανεξάντλητο σε πρωτοτυπία και συνδυασμούς οργάνων και φωνών, αναφέρουμε την σύμπραξη τού εξάρχοντος των πρώτων βιολιών Χεσούς Μερίνιο με την κορυφαία των δεύτερων Οτίλια Αλίτσεϊ για την οργανική δέηση της «Sonata sopra Sancta Maria», τα κορνέτα και την «ηχώ» τους στην αποστροφή τού «Κατέβασε Ισχυρούς», τη διωδία σοπράνο και μέτζο στο «Πεινώντες ενέπλησσεν αγαθών». Με έσχατο ένα υπερκόσμιο «Δόξα Πατρί», χάρη και στα interni, οργανικά -από το αρχιλαούτο- και φωνητικά!



















































