Αριστουργήματα τού 20ου αιώνα στο Φεστιβάλ τού Glyndebourne

12

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

«Καλησπέρα σας» στα Ελληνικά ήταν η απρόσμενη απεύθυνση θαμώνα στο Φεστιβάλ τού Γκλάιντεμπουρν, με σμόκιν εύλογο στη «Γηραιά Αλβιώνα». Μάς προσπέρασε και χάθηκε σε ένα χώρο υψηλής περιωπής, από την πρώτη λειτουργία του, τη δεκαετία του 1930. Τότε που ο Sir John Christie προσείλκυσε διαμετρήματα, όπως ο σκηνοθέτης Carl Ebert και ο αρχιμουσικός Fritz Busch, φυγάδες αμφότεροι τού Ναζισμού, στο μαγικό τοπίο που περιβάλλει την ιδιοκτησία του, ενός από τους πλέον αξιόπιστους διεθνείς λυρικούς θεσμούς. Γιατί το Glyndebourne δεν αποτελεί τοπωνύμιο αλλά ονομασία ιδιωτικού αγροκτήματος και κτισμάτων του, που ο πρεσβύτερος Κρίστι, με «Ηγερία» την υψίφωνο και μετέπειτα σύζυγό του Audrey Mildmay, διαμόρφωσαν σε πλαίσιο ενός τυπικά Βρετανικού καλλιτεχνικού και κοινωνικού γεγονότος, συμπεριλαμβανομένου τού πικνίκ στο γρασίδι, στα τραπεζάκια, αλλά και υπό τις υπαίθριες εγκαταστάσεις, που μάς προστάτεψαν στα  διαλείμματα από τις βροχερές υπομνήσεις αμφίθυμου καιρού. Εκεί που προσήλθαμε και εμείς με το πανέρι των Άγγλων φίλων μας, ενώ στο γειτονικό τραπέζι  το πρόχειρο γεύμα εξελισσόταν με επίσημο βραδινό ένδυμα υπό το φως κηροπηγίων!

Dialogues des Carmelites – The convent wall is destroyed © Glyndebourne Productions Ltd. Photo Richard Hubert Smith

Η συγκεκριμένη γραφικότητα εποχής ελάχιστα θα διεκδικούσε την προσοχή των αναγνωστών μας, αν δεν επένδυε δύο βαρύτιμες, αισθητικά, φιλοσοφικά και μουσικά, αναβιώσεις έργων-σταθμών στη λυρική και ευρύτερα παραστατική ιστορία του περασμένου αλλά και τού δικού μας αιώνα. Δεν υπάρχουν πολλές όπερες που να διαθέτουν ένα τόσο ισχυρό λογοτεχνικό και στοχαστικό υπόβαθρο όσο οι «Διάλογοι Καρμηλιτισσών», που συνέθεσε με παραφορά ο Francis Poulenc πάνω σε ένα σενάριο κινηματογραφικής ταινίας τού Georges Bernanos, το οποίο βρέθηκε μετά θάνατόν του, μεταποιήθηκε σε θεατρικό έργο (1952) και αποτέλεσε εν τέλει παραγγελία τού μουσικού εκδοτικού οίκου Ricordi στον καθολικό γόνο της περιώνυμης φαρμακοβιομηχανικής οικογένειας για τη Σκάλα τού Μιλάνου, όπου πρωτοπαρουσιάσθηκε σε Ιταλική μετάφραση τού Flavio Testi με μια διανομή που εξακολουθεί να κόβει την ανάσα.  Το κείμενο, που διαμόρφωσε ο συνθέτης, αντλεί από το μαρτύριο μιας ομάδας Καρμηλιτισσών καλογραιών, θυμάτων τής «Τρομοκρατίας» κατά τη Γαλλική Επανάσταση, όμως το έργο δεν περιορίζεται από θρησκευτικές παραμέτρους, αλλά αναπτύσσει ευρύτερους προβληματισμούς ντετερμινισμού τής ανθρώπινης φύσης και της αποστολής της.

Για την εφετινή παραγωγή, η οποία αποτελεί την πρώτη παρουσίαση τής όπερας στο Φεστιβάλ και παρακολουθήσαμε στις 14 Ιουλίου, ο διευθυντής του Gus Christie επέλεξε έναν από τους πλέον ανήσυχους, βαθυστόχαστους και απρόβλεπτους σκηνοθέτες όπερας τής εποχής μας, τον Αυστραλό Barrie Kosky. Τη σκηνή κατέλαβε ένας διάδρομος γυμνών τοίχων, όπου η πλοκή εκτυλίσσεται σε ασαφές ιστορικό πλαίσιο. Είναι ένας περίκλειστος κόσμος, αρχικά ασφυκτικός για το οικογενειακό αρχοντικό της ελκυόμενης από τον μοναχισμό Blanche de la Force και αργότερα προστατευτικός τής μοναστικής της καθημερινότητας. Το διάλειμμα ήλθε στο σημείο που αυτή η γαλήνη δέχεται εισβολή, πρώτα από τα λουλούδια του τάφου τής παλαιάς Ηγουμένης, που πεθαίνει σε μεταφυσική αγωνία, και ύστερα από την κατεδάφιση τού τοίχου προς τον έξω κόσμο, που εμφανίζεται και να αιμορραγεί… 

Οι γυναικείοι χαρακτήρες δεσπόζουν στους «Διαλόγους Καρμηλιτισσών», με επίκεντρο την ατίθαση Μπλανς, προσερχόμενη τελικά και εκούσια στο συλλογικό μαρτύριο. Στον ρόλο αναμενόταν η Danielle de Niese, ερμηνεύτρια ισχυρού υποκριτικού στίγματος. Την τελευταία στιγμή όμως αντικαταστάθηκε από την διακεκριμένη υψίφωνο Sally Matthews. Η Βρεττανή καλλιτέχνις κατέλιπε μεικτές εντυπώσεις τόσο στην φωνητική καταλληλόλητα όσο και στην ευκρίνεια τής προφοράς τού κειμένου. Αντιστικτικά διαυγής και νεανική αναδείχθηκε η αδελφή Κονστάνς τής ομόφωνής της  Florie Valiquette, με ευεργετικό το προνόμιο τής γλωσσικής εντοπιότητας. Για την ηλικιωμένη Ηγουμένη επιστρατεύθηκε η Katarina Dalayman, με το αδιαμφισβήτητο κύρος μιας Βρουγχίλδης, ενώ για τη διαδοχή της στην ηγουμενία αντιπαρατέθηκαν εντυπωσιακά, τόσο σε πληρότητα ήχου όσο και σε διαμέτρημα υποκριτικής δεινότητας, η δυναμικά εγερτήρια, ιδεολόγος mère Marie τής μεσοφώνου Karen Cargill με την τελικά επικρατέστερη, πρακτική και προσγειωμένη, Mme Lidoine τής υψιφώνου Golda Schultz, που μάς σαγήνευσε με τον εβένινο ήχο της. Σειρά εκλεκτών αρρένων ενσάρκωσαν πιο περιφερικούς χαρακτήρες, όπως ο ιδιωματικός Μαρκήσιος του μπασοβαρυτόνου Paul Gay και ο -οικείος από αναβίωση τής «Αδελφής Βεατρίκης» τού Δημήτρη Μητρόπουλου στο Ολύμπια Μουσικό Δημοτικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας» των Αθηνών- Ιππότης τού -επίσης Γάλλου- débutant στο χώρο τενόρου Valentin Thill. Ο τελευταίος έλαμψε  στο ντουέτο του αποχωρισμού από την αδελφή του. Η μουσική διεύθυνση τού Robin Ticciati κατέγραψε δυναμική διαβάθμιση και εσωτερική λογική κλιμάκωσης με τίμημα την υποτονικότητα μεγάλου μέρους των αρχικών κεφαλαίων τού έργου.

Δύο ημέρες αργότερα, αναβαπτισθήκαμε στη μαγεία τής παλαιάς (1981!), αλλά αρυτίδωτης παραγωγής τού αείμνηστου Sir Peter Hall για την ακανθώδη σε ποικίλα επίπεδα όπερα τού Benjamin Britten «Midsummer Nights Dream» (Όνειρο Θερινής Νυκτός), μελοποίηση τής ομώνυμης κωμωδίας τού Γουίλλιαμ Σαίξπηρ. Κεντρικό στοιχείο τής αμείωτης απήχησης τού θεάματος αποτέλεσε η -πιο επίκαιρη από ποτέ- φυσιολατρική οργάνωση τού σκηνογραφικού πλαισίου (John Bury), με τους χειροκίνητους κλάδους των δένδρων τού νυχτερινού δάσους, χορογραφημένη, όπως και τότε, από την υπεύθυνη τής νέας αυτής αναβίωσης Lynne Hockney, με αλλόκοσμους φωτισμούς από τον Paul Pyant και με τα εμπνευσμένα από τον θρυλικό εικονογράφο Arthur Rakham (1867-1939) κοστούμια για τους σαιξπηρικούς ήρωες, ξωτικά και ανθρώπους.

Ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία διεκδίκησε το αγόρι υψίφωνος Oliver Barlow, ο σκανταλιάρης Πουκ, και οι έξοχοι σύντροφοί του τής Trinity Boys Choir, με πεντακάθαρη άρθρωση και συναρπαστικά πειθαρχημένο σκηνικό κέφι. Ο κόντρα τενόρος Tim Mead  υπήρξε ο μελίρρυτος Όμπερον με αντάξιά του Τιτάνια  την débutante στο Φεστιβάλ ελαφρά λυρική υψίφωνο Liv Redpath. Αξιόλογες εμφανίσεις πραγματοποίησαν ο πρωτοεμφανιζόμενος βαρύτονος Samuel Dale Johnson ως Δημήτριος και, εκτάκτως, ο λυρικός τενόρος Frederick Jones ως Λύσανδρος σε ευτυχή σκηνική διάδραση με την Έλενα τής Lauren Fagan και την Ερμεία τής Rachael Wilson, ενώ απολαυστικούς και συνεργατικούς χαρακτήρες χάρισαν στους λαϊκούς Mechanicals οι 5 ερμηνευτές τους, με τον εκρηκτικό Snug τού νεαρού μπάσου Patrick Guetti  να δεσπόζει ισότιμων ομοτέχνων του που μόνον ο χώρος αποτρέπει την ονομαστική αναφορά τους…

                                                     Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ τής Κυριακής 01+08.10.2023