Η  Φ ό ν ι σ σ α

17

Αναμφισβήτητα, ένας πραγματικός άθλος είναι η μετατροπή ενός πεζογραφήματος  σε ποιητικό λόγο όπως αυτός της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη.

          Ο γνωστός κριτικός μουσικής Γιάννης Σβώλος, ανέλαβε να υπερπηδήσει πάρα πολλές εγγενείς δυσκολίες, ώστε μετατρέποντας  σε λιμπρέτο την γνωστή αυτή νουβέλα του κορυφαίου μας διηγηματογράφου, να μεταμορφωθεί μελοποιημένο από τον συνθέτη Γιώργο Κουμεντάκη, σε μία ενδιαφέρουσα Ελληνική όπερα.

          Οι εγγενείς δυσκολίες για τον λιμπρετίστα, αναμφίβολα υπήρξαν πολλές. Η γλώσσα στην καθαρεύουσα, η επιλογή των κομβικών σημείων του διηγήματος, όπως και οι πολλές αναδρομές που αναφέρει σε πολλά σημεία ο Παπαδιαμάντης.

          Επιτούτοις, η όλη παρουσίασις δεν προέβαλε μεγάλη κινητικότητα διότι ο σκηνοθέτης  Αλέξανδρος Ευκλείδης ,μέσω της μουσικής και κυρίως του τραγουδιού,προσπάθησε να επιτύχει περισσότερο την ανάδειξη των  χαρακτήρων των ηρώων και κυρίως της Φραγκογιαννούς, όπως και τα γεγονότα που πλαισιώνουν την όλη ιστορία.

          Η σκηνοθετική αυτή επιλογή υπήρξε εν μέρει αποτυχημένη  διότι η παρουσίασις της δολοφονίας  μικρών κοριτσιών από μία ηλικιωμένη αλλά  με άποψη αδίστακτη γυναίκα, θα μπορούσε να παρουσιασθεί με νατουραλιστικό τρόπο, που θα προσέβαλε την αισθητική του κοινού, αλλά παράλληλα υπήρξε ανασχετική της πιστής παρακολουθήσεως της υποθέσεως,όπου η σκηνική δράσις δεν υπήρξε αρκετά εμφανής. Στοιχεία στα οποία συνέβαλε και η ατονική μουσική του συνθέτη.

          Αυτή άλλωστε είναι και η αιτία, που η όλη ροή της υποθέσεως είχε ως πυλώνα τις επι μέρους αναδρομικές διηγήσεις παρά την  παραστατική απεικόνιση των σύγχρονων γεγονότων.

Πολύτιμη βοήθεια στον στόχο αυτόν υπήρξε και η μάλλον σκοτεινή  σκηνογραφία του Πέτρου Τουλούδη,  ενώ τα νησιώτικα κοστούμια σχεδιασμένα από τον ίδιο και την Ιωάννα Τσάμη, προσέδωσαν το γεωγραφικό και εποχιακό στίγμα της όπερας. Ο συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης,σύμφωνα με  ομολογία του, δηλώνει ότι η σύνθεσίς του,αφ΄ενός έπρεπε να έχει ατμόσφαιρα ελληνικής υπαίθρου χρησιμοποιώντας παραδοσιακά όργανα επι σκηνής, και αφ΄ετέρου τα ορχηστρικά μέρη να αποτυπώνουν  την πολυσχιδή προσωπικότητα της Φραγκογιαννούς με συγχορδίες dissonances (συγχορδίες που δεν υπακούουν στους κλασικούς αντιστικτικούς κανόνες και κατά συνέπεια σκληρές και καθόλου ευχάριστες) προϊδεάζοντας τον ακροατή για τα τραγικά γεγονότα που ακολουθούν.

          Με την συνεπή μουσική διεύθυνση του διακεκριμένου μαέστρου Βασίλη Χριστόπουλου, η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη στον ρόλο της φόνισσας, με απολύτως κατάλληλη φωνή, αποτύπωσε πιστά τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα της ηρωίδος.

Η διανομή των υπολοίπων λυρικών στους επεισοδιακούς ρόλους, υπηρετήθηκε σχετικά καλά, αν λάβουμε υπ΄όψιν την μη αυστηρά τήρηση της φωνητικής κατατάξεως ενός εκάστου,όπως πχ της Μαρουσώς που ανετέθη στην λυρική σοπράνο Αννα Στυλιανάκη ενώ είναι γραμμένος για μεσόφωνο.

          Ολοι οι τραγουδιστές, πλαισιωμένοι από την χορωδία υπο την καθοδήγηση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, μαζί με την παιδική, δημιούργησαν μία υποβλητική ατμόσφαιρα, που εντεινομένη από τέσσερεις μοιρολογίστρες, μας δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι ζούσαμε το γεμάτο μεταμέλεια όνειρο της Φρακογιαννούς, όπως το περιγράφει ο μέγιστος των διηγηματογράφων μας. «Το νερόν της στέρνας εβρυχάτο μ΄έναρθρον φωνήν. Φόνισσα, φόνισσα».

                                                            Σοφία Θεοφάνους