Philharmonia και Esa-Pekka Salonen υπό τον Ιερό Βράχο

174

Το τραύμα αλλεπάλληλων ακυρώσεων μετακληθέντων του Φεστιβάλ Αθηνών του προηγούμενου θέρους ενίσχυε την επιφύλαξη σχετικά με το αν όντως θα απολαμβάναμε,  στις 2 Ιουλίου του 2018  και στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, τον υπεσχημένο συνδυασμό της θρυλικής Ορχήστρας Φιλαρμόνια (του Λονδίνου) με τον 60χρονο Φιλανδό αρχιμουσικό της Έζα-Πέκκα Ζάλονεν. Η αναλυτική και αναδημιουργική οπτική του -ως επιπλέον αναγνωρισμένου συνθέτη- για τη μουσική του Λ. βαν Μπετόβεν και του Ρίχαρντ Βάγκνερ αποτελούσε άλλο ένα διακύβευμα της προσδοκίας μας, και,  υπό την έννοια αυτή,  το γεγονός ασφαλώς δεν μάς απογοήτευσε.

Οι δύο επιτακτικές συγχορδίες, που άλλαξαν τους συσχετισμούς στον κόσμο της Μουσικής, εισήγαγαν μια σφιχτή, δυναμική διαδρομή του μεγάλου allegro con brio της «Ηρωικής» 3ης συμφωνίας του Μπετόβεν, στερημένη μεν από την αναμενόμενη στην εποχή μας επανάληψη, αλλά έμπλεα μπετοβενικής οργής, χωρίς ανιχνεύσιμη κάμψη της εκτελεστικής πειθαρχίας και με τον αναγνωρίσιμο, μετρίως πλούσιο αλλά συμπαγή, τονικά και ρυθμικά ασφαλή, ήχο των εγχόρδων της. Με δεδομένη μολαταύτα την ικανότητα του Ζάλονεν να ακτινοσκοπεί την εσωτερική διαφάνεια μιας σύνθεσης, δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε την εκ μέρους του μετατροπή της σε πεδίο αποδομητικού κατακερματισμού της, όπως συνέβη στη συνέχεια με το περίφημο «Πένθιμο Εμβατήριο». Η κίνηση αυτή κατέδειξε τον αρχιμουσικό από την πλέον ιδιοσυγκρασιακή του πλευρά, με ροπή στην αγωγική επιτήδευση και με  αιρετικού βαθμού ψυχαναλυτική φόρτιση της ατμόσφαιρας. Οι ελευθεριάζουσες νύξεις δεν έλειψαν ούτε από το κατά τα λοιπά μετρίως ενδιαφέρον σκέρτσο του, ενώ οι παραλλαγές του Προμηθέα, του δ’ μέρους, λειτούργησαν, έστω και καθυστερημένα, ως λυτρωτική, σφριγηλή κλιμάκωση.

Philharmonia_Orchestra_PRESS_05_photo_Thomas_Daskalakis Αν ο Μπετόβεν του υπήρξε εν τέλει οργανικά ανακόλουθος, ο Βάγκνερ του Ζάλονεν επιβεβαίωσε την υποψία μας ότι η κλίση του Φιλανδού αποδίδει όχι μόνο σε πιο ρομαντικό ρεπερτόριο, αλλά  και -κατ’ εξοχήν- στο πεδίο της απόλυτης μουσικής. Η εκτεταμένη σουίτα από το «Λυκόφως των Θεών», που ολοκλήρωσε τη συναυλία, αποτέλεσε φυσικά ευλογία για όσους απελπισμένα αναζητούμε στην Εσπερία τον μεγάλο συμφωνικό ήχο αυτών των έργων, αλλά η επίγνωση αυτή δεν εμπόδισε τη διαπίστωση της περιορισμένης εξοικείωσης του μαέστρου με τον σύμπαν του Βάγκνερ και τα μυστικά της «ατελεύτητης μελωδίας» του. Έτσι, φερειπείν, το ξεχειλωμένο φραζάρισμα, αντί να ενισχύσει την κορύφωση, στέρησε από το «Πένθιμο Εμβατήριο του Ζήγκφριντ» το τρομακτικό όσο και καθαρτήριο μεγαλείο του. Η μουσική ακολουθία ολοκληρώθηκε με τη Θυσία της Βρουγχίλδης που απέδωσε με αξιοσημείωτο φωνητικό όγκο η επιβλητική μεσόφωνος Michelle de Young. Η πίεση των απαιτήσεων της συγκεκριμένης μουσικής αποκάλυψε στη φωνή της ένα προφανές όσο και αναμενόμενο βιμπράτο, καθώς και παραμόρφωση στην άρθρωση ορισμένων φωνηέντων. Τής πιστώνουμε όμως ανταποδοτικά ένα ζεστό και διόλου αιχμηρό ηχόχρωμα που δικαιώνει τον χαρακτήρα της Βαλκυρίας. Σε κάθε περίπτωση, μεθυσμένοι από το καταληκτικό κοσμογονικό πανδαιμόνιο και τη φωτεινή έγχορδη προσημείωση αναγέννησης του Κόσμου μέσα από την Αγάπη, εγκαταλείψαμε το Ηρώδειο ευγνώμονες γι’ αυτή την ουσιαστική σταγόνα ανάτασης  στον  ενδημικά όσο και αδικαιολόγητα περιορισμένο μουσικό μας ορίζοντα!