Υπνοβάτις δύο ταχυτήτων από την ΕΛΣ

51

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ της Κυριακής 17.11.2019

Το λυρικό θέατρο οφείλει να αφομοιώνει στα παραστατικά του προτάγματα όχι μόνον αμιγώς δραματουργικά ζητούμενα συγκεκριμένης πλοκής, αλλά και το απαράκαμπτο υφολογικό στίγμα της μουσικής τους επένδυσης. Οι παραστάσεις όπερας, λόγω των αυστηρών -εκφραστικών και τεχνικών- προϋποθέσεων της απόδοσής τους,  προσφέρονται για αλλεπάλληλες αναβιώσεις της ίδιας σκηνοθεσίας και την μέσω αυτών αξιολόγησή της με εναλλασσόμενες τις διανομές των ερμηνευτών. Άλλωστε, όσοι είχαμε το προνόμιο να βιώσουμε εκ των έσω αδιάκοπη ακολουθία ολόκληρης καλλιτεχνικής περιόδου, γνωρίζουμε ότι, ακόμη και χωρίς την εναλλαγή αυτή, κάθε παράσταση είναι μοναδική.

Για τη νέα σαιζόν, η Εθνική Λυρική Σκηνή εξασφάλισε την συμπαραγωγή του Marco Arturo Marelli για την Βασιλική Όπερα Κόβεντ Γκάρντεν και την Κρατική Όπερα της Βιέννης, από το καλαίσθητο, ενιαίο για αμφότερες τις πράξεις, σκηνικό της οποίας απουσίαζε πάντως το απαραίτητο για τη σαφήνεια της μυθοπλασίας δωμάτιο του κόμη, στο οποίο καταλήγει η υπνοβασία τής Αμίνα που πυροδοτεί τη δοκιμασία της αθώας μνηστής. Την ίδια παραγωγή παρακολουθήσαμε στις 20 και 29/10, με τη συμπερασματική διαπίστωση ότι λειτούργησε πολύ διαφορετικά μέσα από τις δύο διανομές εκλεκτών καλλιτεχνών που κλήθηκαν να την υπηρετήσουν, διαπίστωση που αγγίζει και μικρότερους ρόλους, παρά το κατά βάσιν υψηλό  επίπεδο της στελέχωσής τους. Η Άννα Αγάθωνος και η Έλενα Μαραγκού μοιράσθηκαν την Τερέζα, η Μαριλένα Στριφτόμπολα και η Άννα Παλάσκα τη Λίζα, με αξιοπρόσεκτο Αλέσσιο τον φωνητικά και σκηνικά εύρωστο Γιώργο Παπαδημητρίου έναντι του επίσης καλλιεπούς Γιώργου Ματθαιακάκη.

Υπνοβάτις-ΕΛΣ 2019 – φωτό-Ανδρέας Σιμόπουλος

Στην πρώτη παράσταση, με συνυπαιτιότητα του αρχιμουσικού Philippe Auguin, ο οποίος αποδόθηκε σε ρυθμικά άκαμπτη επιδίωξη προβολής πτυχών της ενορχήστρωσης που να τέμνουν τη μελωδική γραμμή, η ομάδα των πρωταγωνιστών κατέγραψε ελλιπή υποκριτική συνοχή και επικοινωνία. Παρά τη συνολικά υψηλού επιπέδου δεξιοτεχνική και μουσική απόδοση των ρόλων από την Χριστίνα Πουλίτση (Αμίνα) και τον Γιάννη Χριστόπουλο (Ελβίνο με εντυπωσιακή πέραν του πενταγράμμου έκταση), η επί του δαπέδου εστιατορίου κατάκλιση των μνηστευμένων άγγιξε το ακουσίως κωμικό, ενώ και ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου παρέμεινε σε αναζήτηση χαρακτήρα για τον κόμη Ροδόλφο, με τον μαέστρο να του στερεί κρίσιμο αγωγικό εύρος για τη διόγκωση και προβολή του ήχου του, τόσο απαραίτητη για την καντιλένα στην εισαγωγική του άρια.

Για την τελευταία παράσταση του κύκλου, ο ίδιος «in residence» αρχιμουσικός είχε πλέον προσανατολισθεί ευεργετικά στην «ορθόδοξη» ενίσχυση του κύριου μελωδικού ειρμού, με χαλάρωση ρυθμικής αγωγής στην εκτύλιξη της παρτιτούρας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χριστόφορος Σταμπόγλης σκιαγράφησε πλούσια σε αποχρώσεις προσωπογραφία του κοσμοπολίτη ευγενούς, τόσο υποκριτικά, με εύστοχες και εκφραστικές αποκρίσεις, όσο και μουσικά, με θερμό, πατρικά και πατριαρχικά βαθύ, γλυκό ήχο. Η έμπειρη Βασιλική Καραγιάννη υπήρξε ιδανική Αμίνα τής μετά Κάλλας ελαφρότερης σχολής. Μαζί με τον περιορισμένο σε στρατοσφαιρικές πτήσεις αλλά ολόδροσο και παθιασμένο Ελβίνο του Βασίλη Καβάγια, υπηρέτησαν ομόθυμα το ιδίωμα της μουσικής γραφής,  με πηγαία χάρη και σκηνική συνέργεια. Με αυτό το ζευγάρι, ακόμη και συζητήσιμα σκηνοθετικά ευρήματα, όπως η προαναφερθείσα κατάκλιση, εξέπεμψαν νεανικό ρομαντικό αυθορμητισμό. Ομοίως και η επί του προσκηνίου εκφώνηση της επιθαλάμιας τελικής καμπαλέτα προς το κοινό, η οποία δικαιώθηκε από το μεταδοτικό προσωπικό και φωνητικό χαμόγελο αγαλλίασης της Καραγιάννη, επιστεγάζοντας λυτρωτικά την οικονομημένη θλίψη του κατάφωρα αδικημένου χαρακτήρα. Το ήθος της φραστικής και ο στιλπνός, θερμός και  φωτεινός ήχος της ενσάρκωσαν χαρισματικά και αλησμόνητα την ίδια την πεμπτουσία του μπελκάντο!