«Αντρέα Σενιέ» από την Εθνική Λυρική Σκηνή Αναζητώντας ποιητή και συνθέτη

97

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

          Δεν είναι σπάνιες οι περιστάσεις που ο μελετητής διερωτάται αν η Τέχνη αντιγράφει τη Ζωή ή αν η τελευταία ανταγωνίζεται κάθε απόπειρα υπέρβασης τής επινοητικότητάς της. Η τρέχουσα (μέχρι τις 31/07/21) διαδικτυακή διαθεσιμότητα πρόσφατης παραγωγής τής Εθνικής Λυρικής Σκηνής, κινηματογραφημένης χωρίς παρουσία κοινού τον περασμένο Ιανουάριο, επαναφέρει συναρπαστικά τον σχετικό προβληματισμό, για τη βιοτική διαδρομή τόσο του συνθέτη Umberto Giordano (1867-1948) όσο και του επώνυμου ήρωα της 4ης και τυχερής μελοδραματικής του απόπειρας, της όπεράς του «Andrea Chenier», που ανέβηκε με θριαμβευτική επιτυχία στις 28 Μαρτίου 1896 στο Teatro alla Scala τού Μιλάνου και έκτοτε επιβεβαιώνει την αδιάπτωτη δημοφιλία της σε κάθε γεωγραφική συντεταγμένη λυρικού θεάτρου.

     

Andre Chenier

Η αγαπημένη -σε τενόρους και όχι μόνον- δημιουργία διαιωνίζει αποτελεσματικά την συμβολική εξιδανίκευση  τού ποιητή André  Chénier, γεννημένου στην Κωνσταντινούπολη από Γάλλο έμπορο και Ρωμιά μητέρα. Ο αποκεφαλισμός του από την Επαναστατική «Terreur» του Ροβεσπιέρου (25 Ιουλίου 1794), στα 31 μόλις χρόνια του και  μόλις δύο 24ωρα πριν από την ανατροπή και  σύλληψη τού αιμοσταγούς δικηγόρου δικτάτορα, βοήθησε ώστε να αναδειχθεί σε ίνδαλμα τής αντεπαναστατικής παράταξης  στα ενδιαφέροντα χρόνια που ακολούθησαν.  Παιδί της εποχής του, ο Σενιέ λάτρεψε την Αρχαιότητα μέσα από τις παρισινές σπουδές του, φιλοδοξώντας να αναδειχθεί σε «σύγχρονο Όμηρο». Ταξίδεψε αφιερώνοντας σε σειρά δεσμευμένων και μη γυναικών αρχαιοπρεπείς ελεγείες, που δημοσιεύθηκαν στον κοινωνικό Τύπο της έσχατης προεπαναστατικής εποχής. Οι συνταγματικές δημοκρατικές του πεποιθήσεις γρήγορα τον έστρεψαν εναντίον των υπερβολών της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και διέφυγε από το Παρίσι της Σεπτεμβριανής σφαγής του 1792, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και επέστρεψε προσπαθώντας ανεπιτυχώς να σώσει τον Λουδοβίκο ΙΣΤ από το ικρίωμα. Η σύνθεση μιας «Ωδής στην Charlotte Corday», την δολοφόνο του Μαρά, επέσπευσε την προγραφή του, αλλά η σύλληψή του, στις 7 Μαρτίου 1794, έγινε με την κατηγορία τής κατοχής εγγράφων που ο ίδιος είχε αποσπάσει από την αντεπαναστάτρια δεσποινίδα ÉmilieLucrèce d’Estat, ερωμένη του φυγάδα πρέσβη της Ισπανίας José Ocariz, προκειμένου εκείνη να διαφύγει ως μόνη διασωθείσα από την οικογένειά της, εξέλιξη που οδήγησε τελικά στο γάμο της με τον διπλωμάτη υπό τις ευλογίες του Ταλλεϋράνδου, όταν εγκαταστάθηκε το Διευθυντήριο. Η Maddalena τής όπερας αποτελεί σύνθεση εκείνης με την κόμισσα Aimée de Coigny (1769-1820), επιστήθια τής αδελφής τής Μαρίας Αντουανέτας, που συντρόφευσε τον Σενιέ στη φυλακή τού Saint Lazare, αλλά κατόρθωσε να αποφύγει τη γκιλοτίνα.

Όμως και η βιογραφία του συνθέτη από τη Foggia αποδεικνύεται μυθιστορηματική! Ως τυχών ευφήμου μνείας 6ος επιλαχών διαγωνισμού μονόπρακτης όπερας τού εκδότη Edoardo Sonzogno, στον οποίο είχε επικρατήσει ο Πιέτρο Μασκάνι, γνώρισε τη διαδοχική αποτυχία δύο επιπλέον έργων του και την απώλεια της μισθοδοσίας, προτού ο συνθέτης τής «Καβαλλερία Ρουστικάνα» τον υποστηρίξει στον Εκδότη, ευγνώμων επειδή ο Τζορντάνο απέτρεψε την εμπλοκή του σε πολύνεκρο ατύχημα κατά τα εγκαίνια του τραμ της Φλωρεντίας, στα οποία είχε προσκληθεί επισήμως!     

Παραγωγή διεθνών προδιαγραφών

          Η ασφάλεια που συνόδευσε τον Τζορντάνο με αφετηρία την επιτυχία του «Αντρέα Σενιέ» επισφραγίσθηκε όχι μόνον από την ανάλογη επιτυχία της «Φεντόρα» που ακολούθησε, αλλά και από τον γάμο του με την θυγατέρα του ιδιοκτήτη του θρυλικού Γκραντ Οτέλ του Μιλάνου, όπου διένυε τα τελευταία χρόνια ζωής ο ίδιος ο Βέρντι! Οι ιστορικές  αναφορές  δεν είναι περιττές, αφού αναδεικνύουν την προβολή του διακυβεύματος, στο οποίο ανταποκρίθηκε η «νέα» παραγωγή της ΕΛΣ, ως προσαρμογή παλαιότερης του Νίκου Πετρόπουλου στον φαληρικό χώρο του Θεάτρου, την αναβίωση της οποίας επιμελήθηκε με ζήλο ο Ίων Κεσούλης.

Umberto_Giordano

Αν και η αναπαράσταση του «ιστορικού περιβάλλοντος» αποτέλεσε εξ αρχής αντικείμενο εμβριθούς μελέτης και ανάλυσης, ιστορικής και αισθητικής, για τον κοσμοπολίτη Έλληνα συνεχιστή του Βισκόντι, θεωρούμε ότι η μεγάλη αίθουσα επιβεβαίωσε μεγαλειωδώς την ενδιάθετη φιλοδοξία μιας πρόκλησης τόσο απαιτητικής όσο αυτή της συγκεκριμένης όπερας. Κρατώντας ο ίδιος όχι μόνον τη διδασκαλία και τα σκηνικά, αλλά και τα κοστούμια, όπως και τους  φωτισμούς (καίριους στη β’ και γ’ πράξη), ο διόλου τυχαία βραβευμένος από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών με «Μεγάλο Βραβείο Μουσικής» δημιουργός έλαμψε τόσο στον αναπαραστατικό μακρόκοσμο αξιομνημόνευτων, μνημειακών tableaux vivants όσο και στη διεισδυτικότητα της δραματουργικής λεπτομέρειας επώνυμων και ανώνυμων χαρακτήρων, δημιουργώντας αβίαστα κλάσματα επί μέρους σκηνικών χώρων για την προβολή κάθε ελάχιστης αναφοράς ή εύλογης συνεπαγωγής του κειμένου. Ένα κυριολεκτικό ρεσιτάλ σκηνικής διευθέτησης της δράσης διακριτικά προορισμένο για «ειδήμονες και εραστές», με το κάθε κοστούμι να συμβάλει ουσιαστικά στην αναβίωση της αυθεντικής ατμόσφαιρας στην προεπαναστατική και μετεπαναστατική Γαλλία, μέσα από τον λεπτολόγο φακό του Νικόλα Πάσσαρη.

Παρά την προχωρημένη του ηλικία και τη λυρική φωνητική του φύση ο Αργεντινός Marcelo Alvarez εντυπωσίασε με την αγνή γραμμή του τραγουδιού, την ευφυή υπέρβαση εύλογων ορίων, την κουλτούρα του μαλακού τραγουδιού, χωρίς ίχνος βιμπράτο, και την οικεία γενναιόδωρη θέρμη του, ποιότητες που δικαίωσαν αναδρομικά την β’ πράξη, μόνη μετρίως επιτυχή κατά την παγκόσμια πρεμιέρα. Πλάι του, μετρημένη και όχι εκ πρώτης όψεως γοητευτική, η Ιταλίδα υψίφωνος Maria Agresta έχτισε σταδιακά μια Μανταλένα λιτής χειρονομίας και φωνητικής εντιμότητας, πειστική και στην ασυνήθους εσωτερικότητας αντιπαράστασή της με τον σφαιρικά ώριμο, διαψευσμένο ιδεαλιστή Ζεράρ του βαρυτόνου Δημήτρη Πλατανιά. Υπό την αφηγηματική διεύθυνση του Philippe Auguin, μια πλειάδα αγαπητών συντελεστών του Θεάτρου σκιαγράφησαν προσωπογραφίες, όπως η συγκλονιστική Μαντελόν της Τζούλιας Σουγλάκου, η εντυπωσιακή και ως «merveilleuse» Μπέρσι της Μαρισίας Παπαλεξίου, ο πολυτελής Ρουσέ του Γιάννη Γιαννίση, ο ιδιωματικός Αβάς του Νίκου Στεφάνου και ο μετρημένος «incroyable» του Χρήστου Κεχρή. Βινιέτες και από την Κόμισσα της Ινές Ζήκου, τον Φλεβίλ του Βαγγέλη Μανιάτη, τον μπερμπάντη οινόφλυγα Ματιέ του Παντελή Ρασιδάκη, τον Φουκιέ του Γιώργου Ματθαιακάκη. Εξαιρετικές τέλος οι χορογραφίες εποχής της Fausta Mazzuchelli, με την υψηλή αισθητική να αφομοιώνεται ανεπαίσθητα στην αληθοφάνεια της σκηνικής ροής. In brevi, ένα ολιστικό καλλιτέχνημα!  

 Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ της Κυριακής 20 και 27.06.2021