Η Μαρία Κάλλας τού Ηρωδείου

22

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Η εκατονταετία από τη γέννηση τής Μαρίας Κάλλας αποτελεί ευκαιρία για αφιερώματα σε αυτήν την καθολική ενσάρκωση τής όπερας ως συνθετικού είδους, θεατρικά, σκηνικά και μουσικά. Την αέναη αναζήτηση τής σπάνιας αρμονίας των στοιχείων αυτών και η ίδια για ελάχιστο χρόνο κατόρθωσε να επιτύχει ισόρροπα.  Η επικέντρωση τού ενδιαφέροντος στην προσωπική και κοινωνική πτυχή τής ζωής της, εύλογη αφού δεν προϋποθέτει το βάθος ενασχόλησης που επιτάσσει η τέχνη της, οδηγεί μολαταύτα σε αδικαιολόγητη ταύτιση τής δραματικής και φωνητικής της σαγήνης με την εποχή τής μεταμόρφωσής της σε οπτασία της υψηλής ραπτικής. Ωστόσο, η άγουρη και εκτός σκηνής άχαρη διοπτροφόρος Ελληνοαμερικανίδα μετανάστρια στη χώρα καταγωγής της ήγειρε το ενθουσιώδες ενδιαφέρον ήδη σε φιλόμουσους κατακτητές των δυνάμεων τού Άξονα, όπως και αργότερα στο Μπουένος Άιρες, την Πόλη τού Μεξικού και στην Ιταλία, από την εν μια νυκτί καθιέρωσή της στην Αρένα τής Βερόνας μέχρι την άλωση τής μιλανέζικης Σκάλα, από την οποία κατόρθωσε να εκτοπίσει μια Ρενάτα Τεμπάλντι!

Αυτό ακριβώς το καθηλωτικό στοιχείο τής ηλεκτροφόρας παραστατικής και συναυλιακής παρουσίας της μάς έλλειψε καθοριστικά από την προγραμματικά συνεκτική βραδιά τής 16ης Σεπτεμβρίου στο Ωδείον Ηρώδου τού Αττικού. Αν και η μετάκληση τεσσάρων διεθνώς και εγχωρίως καθιερωμένων υψιφώνων αποτελούσε συμπαθή ομολογία αδυναμίας έστω και αναθηματικής υποκατάστασής της, η επίμονη αυτή αίσθησή μας δεν διασκεδάσθηκε ει μη μόνον σποραδικά στη διαδρομή τού προγράμματος, με μέρη από όπερες που η Divina είχε αποδώσει στο Ηρώδειο σε δύο πλήρεις αναβιώσεις τού έτους 1944 και αποσπασματικά στη συναυλία τής 5ης Αυγούστου 1957.

Τη βραδιά εγκαινίασαν η εισαγωγή και η άρια της Σμαράγδας από τον «Πρωτομάστορα» τού Καλομοίρη, όχι η ευκολότερη αποστολή σε ανοιχτό χώρο για ελαφρά και προϊόντως λυρική κολορατούρα, όπως η Βασιλική Καραγιάννη, η μόνη που επιχείρησε επιτυχώς την οπτική παρομοίωση με το αρχέτυπο και διαθέτει τη μεταδοτική «θέρμη» τής νεαρής Καλογεροπούλου, παρούσα και στη μειδιώσα υψηλή της δεξιοτεχνία, αρετές που επιβεβαιώθηκαν θριαμβευτικά στην καβατίνα της Λουτσία. Έχοντας απολαύσει την Ιζόλδη τής Catherine Foster στο Bayreuth, κατανοούμε την σεπτεμβριάτικη κόπωση τής καλλιτέχνιδας από τις βαριές θερινές της επιδόσεις, αλλά και την μεσογειακή ξηρότητα, που είχε επηρεάσει και την Κάλλας το 1957, εξίσου κουρασμένη μετά από εντατική περίοδο. Η καλλιτέχνις βρήκε τη φόρμα της στον Θάνατο Αγάπης της Ιζόλδης, έξοχα πλαισιωμένη από την Ορχήστρα τής Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τον Philippe Auguin, στην ολοκλήρωση του επίσημου προγράμματος. Αν και ειδικεύεται σε επικίνδυνους ρόλους, η εκφραστικά ψυχρή Anna Pirozzi υπήρξε ισχυρή στη «Δύναμη τού Πεπρωμένου», μάς απογοήτευσε όμως με την απουσία μαλακών φράσεων και απολήξεων στη ρόδινη κι αιθέρια άρια από τον «Τροβατόρε» (πρβλ. α.ά. Zinka Milanov και Leontyne Price). Τέλος, με τρακ αλλά και αξιοσημείωτη μουσικότητα ερμήνευσε εκτάκτως η Νίνα Κουφοχρήστου τη σκηνή τής τρέλας τής Οφηλίας, μέρος τής οποίας είχε παρεμπιπτόντως αξιοποιήσει η Κάλλας και ως ανκόρ…