Krzysztof Penderecki Ένας μάγος των ήχων στην επικράτεια της αιώνιας μουσικής

3

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

       Δεν απέφυγε το τεστ του κορωνοϊού ούτε ο -σύμφωνα με τον βρετανικό Guardian- «μεγαλύτερος εν ζωή Πολωνός συνθέτης», λίγες μόνον ημέρες πριν από την τελευτή του, σε συνέχεια μακράς ασθένειας. Ο Κζίστοφ Πεντερέτσκι (1933-2020) έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου, στην Κρακοβία όπου και διέμενε με τη δεύτερη σύζυγό του, είχε όμως ήδη μεταταγεί στο εθνικό πάνθεον της πατρίδας του, με ανδριάντες, προτομές και ένα επιβλητικό φερώνυμο «Ευρωπαϊκό Μουσικό Κέντρο» στο Luslavice του πολωνικού νότου. Αν και η διαδρομή του συνδέθηκε με συνεχώς εναλλασσόμενες, συγκρουσιακές και ιδεολογικά φορτισμένες εξελίξεις της παγκόσμιας ιστορίας, ο Πεντερέτσκι κατόρθωσε να αναπτύξει μια σταδιοδρομία, η συνέχεια και η εξέλιξη της οποίας χαρίσθηκαν σε ελάχιστους σύγχρονούς του.

Krzysztof Penderecki at the Kraków opera house in 2008. Photograph Jacek Bednarczyk-EPA

Γόνος τρίτεκνης οικογένειας από τη Ντέμπιτσα, ο νεαρός έλαβε στέρεη μουσική παιδεία και βρέθηκε, αμέσως μετά την αποφοίτησή του, σε θέση διδάσκοντος στη Μουσική Ακαδημία της Κρακοβίας. Η αποσταλινοποίηση της χώρας του συνέβαλε καθοριστικά, ώστε αυτή που έμοιαζε μια αξιοπρεπής τοπικού χαρακτήρα επαγγελματική τακτοποίηση να μετατραπεί σε εκτόξευση στην παγκόσμια διασημότητα, όταν και οι 3 συνθέσεις που ο νεαρός υπέβαλε ανωνύμως σε διαγωνισμό σύγχρονης μουσικής σάρωσαν τα βραβεία του!

      Με αυτό το θεαματικό εφαλτήριο, τον ζήλο νεοφώτιστου για τα ριζοσπαστικά μουσικά ρεύματα, καθώς και με ένα εξαρχής ισχυρό αισθητήριο διασύνδεσης με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, ο ανερχόμενος Πεντερέτσκι βρήκε απήχηση που ούτε καν ονειρεύθηκαν οι ομόσταυλοι των καλλιτεχνικών αντιλήψεών του. Η διάρκειας 8 λεπτών και 37 δευτερολέπτων «Θρηνωδία για τα θύματα της Χιροσίμα» εγκαινίασε  ακολουθία παρόμοιων προγραμματικών καταχωρήσεων στην παραγωγή του, με τελευταία μιαν ανάθεση του 2014 για την Αρμενική Γενοκτονία.

    

Krzysztof-Penderecki—Bust-in-Celebrity-Alley-in-Kielce—photo-source-wikipedia-(1)

Αν και εμβληματικά έργα της πρώτης δημιουργικής του περιόδου (1956-1970), όπως η σύνθεση «De Natura Sonoris I», υποδηλώνουν προσήλωση στην ομολογημένη «απελευθέρωση του ήχου από κάθε παράδοση», ο συνθέτης δεν δίστασε να αναγνωρίσει ρητά την εκφραστική πενία παρόμοιων κατευθύνσεων,  μεταπίπτοντας σταδιακά σε ένα νεορομαντικό ιδίωμα ατίθασου εκλεκτικισμού και εντεινόμενης επιστροφής στην τονικότητα. Έκθετος γι’ αυτό σε πυρά από διαμετρικά αντίθετες πλευρές, παρέμεινε μολαταύτα ανυποχώρητος σε ένα προσωποκεντρικό δρόμο στράτευσης σε κοινωνικοπολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις (π.χ. με το «Lachrymosa», παραγγελία του συνδικάτου «Αλληλεγγύη», και τις πολλές άλλες εκκλησιαστικές του συνθέσεις), χωρίς ωστόσο να διαρρήξει πλήρως ούτε τις σχέσεις του με το κομμουνιστικό κατεστημένο της πατρίδας του.

       Η δύναμη των συνθέσεών του, με ευρηματικούς συνδυασμούς μουσικών και μη οργάνων, καθώς και με πρωτότυπη μουσική σημειογραφία, οδήγησε σε αξιοποίηση της μουσικής του σε τόσο ιδιαίτερης ατμόσφαιρας ταινίες, όπως «Ο Εξορκιστής» του Γουίλλιαμ Φρήντκιν, «Η Λάμψη» του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, το «Wild at Heart» του Ντέηβιντ Λύντς ή το «Shutter Island» του Μάρτιν Σκορτσέζε, ενώ ο ίδιος συνέθεσε κινηματογραφική μουσική μόνον για το κύκνειο άσμα «Κατύν» του Αντρέι Βάιντα.

      Με εργογραφία που περιλαμβάνει 4 όπερες, η κινηματογράφηση της πρώτης από τις οποίες («Οι διάβολοι του Λουντύν») συναριθμεί την αείμνηστη Ελληνοαμερικανίδα μέτζο Tatiana Troyanos στη διανομή των ερμηνευτών της, και 8 συμφωνίες (δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την Ενάτη του), ο μουσουργός καταλείπει ισχυρό αποτύπωμα συγκερασμού αιώνων, ειδών και ρευμάτων. Στην παρούσα δε πανανθρώπινη καμπή ακούσιας «στάσης» του κοινωνικού χρόνου, η εσχατολογικά φορτισμένη ακρόαση έργου σαν τα «Πάθη κατά Λουκάν», στην πρώτη παρουσίασή τους (30.03.1966) στον Καθεδρικό του Μύνστερ, από τη WDR Κολωνίας που τα είχε παραγγείλει, ή η παρακολούθηση της  4ης συμφωνίας του, από τηλεοπτική αναμετάδοση συναυλίας της Ορχήστρας της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας υπό τον Lorin Maazel (1994), επιβεβαιώνουν τον υπαρξιακό αντίκτυπο και τη μορφολογική επινοητικότητα που υπόσχονται διάρκεια εμβέλειας στην εκτενή και πολυποίκιλη δημιουργία του.