Μήδεια τού Κερουμπίνι στην Κολχίδα της Κάλλας

41

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Μήδεια τού Κερουμπίνι στην Κολχίδα της Κάλλας

         Δεν υπάρχει φρονούμε προφανέστερα αναντικατάστατη καταχώρηση στο ρεπερτόριο που υπερασπίσθηκε η Μαρία Κάλλας από τη «Médée» τού Luigi Cherubini και δεν λησμονούμε οποιαδήποτε από τις καθολικά καταλυτικές προσωπογραφίες τής prima donna assoluta τού 20ου αιώνα. Γιατί, στην περίπτωση τής όπερας τού Κερουμπίνι, η Ιταλική διεκδίκηση τού μπετοβενικού,  μετεπαναστατικού μουσικού ύφους πιστοποιείται ιδεοτυπικά και στον χώρο του μελοδράματος. Δεν ήταν βεβαίως το μόνο έργο που η Κάλλας αποκατέστησε ολιστικά και οριστικά  στη μουσική συνείδηση κατά την μετεωρική σκηνική διαδρομή της (ανακαλούμε αίφνης την καθυστερημένη οικουμενική πρεμιέρα τού κατά Γιόζεφ Χάυντν κύκνειου «Ορφέα και Ευρυδίκης», άλλως «L’anima del filosofo»). Ήταν όμως εκείνο, που, παρά την αυτονόμηση τής απήχησής του από την παρέλευση τής χαρισματικής του ζωοδότριας, συνεχίζει να επιβεβαιώνει το ένστικτο της Ελληνοαμερικανίδας, έστω και αναζητείται μέχρι σήμερα ομόλογός της, η οποία, και με τα αυστηρότερα κριτήρια για την προκάτοχό της, να έχει απειλήσει το ερμηνευτικό της επίτευγμα, και δεν υποστέλλουμε τον σεβασμό μας σε προσωπογραφίες μιας Μάγκντα Ολιβέρο, μιας Λεϋλά Γκεντσέρ ή -επί ελληνικού εδάφους- μιάς Λεονί Ρύζανεκ στο Ωδείον Ηρώδου Αττικού και μιας Γκρέης Μπάμπρυ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.  

         Η εισαγωγική τοποθέτησή μας εξηγεί την αδημονία ημών και πολλών για την συμπαραγωγή της Μητροπολιτικής Όπερας τής Νέας Υόρκης, της Όπερας τού Καναδά και τής Λυρικής Όπερας τού Σικάγου με την Εθνική Λυρική Σκηνή, που παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» στις 30 Απριλίου. Οι προσδοκίες μας είχαν ήδη ενισχυθεί με την ανακοίνωση της ομάδας παραγωγής και φυσικά του σκηνοθέτη Sir David McVickar, σημαντικές παραγωγές τού οποίου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε σε μη προσφερόμενες πλέον δορυφορικές μεταδόσεις παραστάσεων από την Μετροπόλιταν Όπερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Σε αυτή την αναβίωση, που επιμελήθηκε άρτια ο Jonathon Loy (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον διάσημο Γερμανό σκηνοθέτη όπερας Christof Loy), το σκηνικό εύρημα των κεκλιμένων κατόπτρων χάρισε  πολυδιάστατη διεύρυνση και πανίσχυρη ατμόσφαιρα στη μελοποίηση τής τραγωδίας τού Ευριπίδη, με την κομβική αρωγή των φωτισμών τής Paule Constable. Με την ηχητική εμπειρία πολλών σημαντικών αναβιώσεων τής «Μήδειας» τις τελευταίες 4 δεκαετίες, προσυπογράφουμε την επιλογή τού αρχιμουσικού Philippe Auguin για την αποφυγή αυθεντικών οργάνων και για την υιοθέτηση τής εκδοχής τού έργου με ρετσιτατίβα τού Franz Lachner, μόνη οδός παραστατικής βιωσιμότητας τής όπερας έναντι τής αρχικής opéracomique.

Anna Pirozzi as Cherubini’s Medea GNO 2023 – photo by courtesy of GNO (002)

Στον επώνυμο ρόλο έλαμψε ατρόμητη η Anna Pirozzi, χωρίς μολαταύτα να έχει προς ώρας εντάξει την εκφραστική φόρτιση τού δράματος στη φωνητική της υποκριτική. Σταθερή αξία τής ΕΛΣ, η Βασιλική Καραγιάννη ερμήνευσε με γενναιόδωρη άνεση την εξοντωτική άρια τής Γλαύκης, ενώ αποκάλυψη υπήρξε η Νέρις τής πρωτοεμφανιζόμενης κοντράλτο Νεφέλης Κωτσέλη. Εύηχος, αλλά λιγότερο ηρωικός τού επιθυμητού ο Ιάσων τού άξιου τενόρου Giorgio Berrugi, ενώ ο Κρέων τού βετεράνου Γιάννη Γιαννίση αντιμετώπιζε την ανεξίτηλη αναφορά πατριαρχικού κύρους του ανεπανάληπτου στο ρόλο Nicola Zaccaria. Μια πάντως σφαιρικά ανταποδοτική εμπειρία!