Ο Γιόνας Κάουφμαν στο Ηρώδειο

29

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Είχαμε  απολαύσει τον τενόρο Jonas Kaufmann στην Ελλάδα, δειγματοληπτικά, όπως αρμόζει σε ακριβά αγαθά αυτού του κόσμου. Και μάλιστα σε σύνθεση αξιοσημείωτης εσωτερικότητας για μονωδό τής φωνητικής του κατηγορίας, ταυτισμένης με έπαρση και ματαιοδοξία. Τότε βέβαια ορισμένοι θεατές στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» είχαν απογοητευθεί από την περιορισμένη προβολή της φωνής σε μελωδίες του Μάλερ, που ο καλλιτέχνης είχε επωμισθεί ως σολίστ.

Jonas Kaufmann Herod Atticus Odeon 13.09.2021 – copyright akriviadis.gr, by courtesy of Greek National Opera

Όπως συμβαίνει πάντως με καθιερωμένους του métier του, ο Κάουφμαν πραγματοποίησε την πρώτη μεγάλης κλίμακας μελοδραματική του εμφάνιση στην Ελλάδα με χαρακτηριστική καθυστέρηση, έχοντας διανύσει 52 έτη ζωής και άνω των 25 σταδιοδρομίας, το πλαίσιο δε παρέμεινε συναυλιακό, όπως και στην περίπτωση του γκαλά Βέρντι της 10ης Ιουλίου, συμπτωματικά της γενέθλιας ημέρας του.  Εφοδιασμένος με τις γερμανικές αρετές τής επιμέλειας και της συστηματικότητας, ο γεννημένος στο Μόναχο λυρικός ερμηνευτής διέτρεξε με υποδειγματικό ρυθμό την απόσταση από τον Φερράντο (οπτικά διαθέσιμο στο YouTube από το 1998, στο Nuovo Piccolo Teatro του Giorgio Strehler!) και τον Κάσιο (2001 στο Σικάγο, πλάι στο δίδυμο Ben Heppner – Renée Fleming) των νεανικών του επιδόσεων μέχρι τον Πάρσιφαλ, τον Οθέλλο, τον Καβαραντόσι, τον Βέρθερο και τον Βάκχο της «χρυσής» ωριμότητάς του, που τον κατατάσσει στον παροιμιώδη «χρυσούν αιώνα» της διαχρονικής αναφοράς.

Η παραδειγματική ευφράδεια, πέραν της μητρικής του και στην αγγλική, γαλλική και ιταλική γλώσσα, επιτρέπει στον γοητευτικό Βαυαρό να προσαρμόζει την βορειοευρωπαϊκή φωνητική του τοποθέτηση, με την τυπική βαρυτονική χρώση, στο ποιητικό κείμενο και στις απαιτήσεις τής γραφής κάθε συνθέτη.  Αυτές οι ποιότητες υψηλού και λεπταίσθητου επιπέδου εκφοράς,  η ευσταλής λάμψη και η ήρεμη, γλυκιά αρρενωπότητα της σκηνικής  -και εν γένει δημόσιας-  προσωπικότητάς του, συνδυάσθηκαν και στο ατομικό του πρόγραμμα με Ιταλικές και (2) Γαλλικές άριες που προσέφερε η Εθνική Λυρική Σκηνή σε συνεργασία με την Rolex στις 13 Σεπτεμβρίου στο Ωδείον Ηρώδου του  Αττικού.  Συνοδευόμενος από ιδίας χρήσεως αρχιμουσικό, τον συμπολίτη του  Jochen Rieder, που διακρίθηκε για τη μελισματική δικαίωση των ορχηστρικών σελίδων τής συναυλίας, ακόμη και σε γρήγορα τέμπι (π.χ. Καβαλλερία Ρουστικάνα), ο καλλιτέχνης συνάρπασε κατ’ εξοχήν με την παθητική mezza voce και τα «λιωμένα» smorzandi του στην «Τόσκα», την «Κάρμεν», αλλά και στην ρομάντζα της «Αΐντα»  ή στο ασυνήθως ποιητικό Improvviso του «Αντρέα Σενιέ», ενώ ανταγωνίσθηκε επάξια τον ηρωικό λυρισμό ενός Ντομίνγκο στην άρια από τον «Le Cid». Όλα αυτά με την ευχερώς αντιληπτή, αλλά και διακηρυγμένη από τον ίδιο, απουσία κάθε ηλεκτρικής ενίσχυσης, που επέτρεψε στον βελούδινο και σαρκώδη ήχο του να απλωθεί με ανακουφιστική εντιμότητα στον φύσει προβληματικό ανοιχτό χώρο. Το επίσημο πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με το ποδοσφαιρικής διασημότητας «Nessun dorma» τής «Τουραντώ», ομολογουμένως λιγότερο λυτρωτικά συναρπαστικό στη στρατόσφαιρα από του Παβαρόττι. Στο υποδειγματικά αθόρυβο αλλά ενθουσιώδες κοινό, που συναριθμούσε μιαν απαστράπτουσα Αγνή Μπάλτσα, ο γενναιόδωρος σταρ πρόσφερε σειρά από ανκόρ, χωρίς να περιφρονήσει ακατάβλητα αειθαλή της ναπολιτάνικης μούσας…