Συναρπαστικός Μπετόβεν από τη Λουκέρνη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

13

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

   

      Ήδη πριν από την έκδοση τού βιβλίου του «Speaking about pianists», ο Abram Chasins (1903-1987) είχε καταθέσει τις αναμνήσεις του από την γνωριμία και την -αρχικά επαγγελματική και σταδιακά προσωπική-  φιλία του με τον εγκατεστημένο στις Ηνωμένες Πολιτείες πιανίστα, αρχιμουσικό και συνθέτη Sergei Rachmaninov (1873-1943)  για τις ανάγκες τού συνοδευτικού δελταρίου τής πρώτης επανέκδοσης όλων των κονσέρτων τού τελευταίου για το πιάνο και ορχήστρα σε δίσκο μακράς διαρκείας (RCA LM 6123), που τα είχε ηχογραφήσει ως σολίστ σε χαράξεις γραμμοφώνου ανάμεσα στα 1929 και στα 1941. Στο άρθρο του αυτό, που τιτλοφορείται «Όπως είδα τον Ραχμάνινωφ», ο Αμερικανός μουσικός και θεωρητικός αποδομεί την δημόσια εικόνα τού ανέκφραστου, συνοφρυωμένου από ρυτίδες και έγνοιες, προσώπου τού αυτοεξόριστου μουσουργού, αποκαλύπτοντας μιαν ιδιωτική πτυχή γεμάτη ανθρώπινη ζεστασιά, αφειδώλευτη δοτικότητα και γνήσια μέριμνα για τους πλησίον του. Ανάλογη εκφραστική συννεφιά διέκρινε, όποιος τουλάχιστον τον ακολουθεί εξ αρχής τής  σταδιοδρομίας του, και στον νεώτερο συμπατριώτη του, επίσης δεξιοτέχνη και μαέστρο, Mikhail Pletnev (*1957), κατά την πολυαναμενόμενη σύμπραξή του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τής 15ης  Φεβρουαρίου.

      Τον Πλετνιώφ είχαμε πρωτογνωρίσει μέσα από κυκλοφορίες τής Σοβιετικής Melodiya τού 1985 με τις 4 τελευταίες σονάτες για πιάνο τού Μότσαρτ. Προσυπογράψαμε έκτοτε την πίστωση στον καλλιτέχνη αδιάπτωτου ενδιαφέροντος ερμηνειών και χαρακτηριστικών  ιδιαιτεροτήτων μιας στοχαστικής δεξιοτεχνίας. Και τον υποδεχθήκαμε σαν να μην είχε περάσει μέρα στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, καταχειροκροτούμενο και χωρίς την επίφαση αποστασιοποίησης τού bel indifferent των νεανικών δίσκων. Τί κι αν η ανάγνωση τής «Ραψωδίας πάνω σε ένα θέμα τού Παγκανίνι»(1934), έργον 43, απηχούσε αρχικά έλλειψη πάθους και τη δωρική ακρίβεια που πιθανολογεί κάποιος από «εγκεφαλικό» δεξιοτέχνη. Η κλιμάκωση δεν άργησε και υπήρξε αρκούντως ορμητική, χωρίς εκπτώσεις ωστόσο στον έλεγχό της ή επισφάλεια στον διάλογο με την ορχήστρα και τον συνεργατικά προσηλωμένο Λουκά Καρυτινό. Ήταν μια διαδρομή αυτού του κατ’ ουσίαν 5ου κονσέρτου τού Ραχμάνινωφ που επισφράγισε πειστικά την ομολογημένη βαθιά επιρροή του στον σολίστ, διαυγούς σύλληψης, άμεμπτου δακτυλισμού και αδιαμφισβήτητου χαρακτήρα, με επιστέγασμα την υπομονετική μετάβαση στην άνθιση τής 18ης παραλλαγής.

      Αναστοχαστικός απολογισμός διατρέχει και το αυτοβιογραφικό συμφωνικό ποίημα «Η ζωή ενός Ήρωα» (Ein Heldenleben, 1898/9) του Richard Strauss (1864-1949), που ολοκλήρωσε θεαματικά την συναυλία μετά το διάλειμμα. Με απαιτητική γραφή για μεγάλη ορχήστρα, η παρτιτούρα έδωσε την ευκαιρία στην πανστρατιά τών μουσικών τής ΚΟΑ και στον αριστοτέχνη των προγραμματικών μουσικών αφηγημάτων ηγήτορά τους, αλλά και στην έξοχη ακουστική τής Αίθουσας, να επιβεβαιώσουν αρετές σε πλαίσιο εντατικής δοκιμασίας. Ήταν μια  αξιομνημόνευτη ερμηνεία από όλες τις ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των σόλι του εξάρχοντος στο κεφάλαιο των «αντιπάλων του ήρωα», με εξαιρετικής ευγένειας διακήρυξη τής «Πεποίθησης Νίκης» που ακολούθησε, όπως και της εν γένει συμφωνικής εκτύλιξης τού μίτου τής υποκείμενης πλοκής, διαποτισμένη από λεπτό αυτοσαρκασμό, αλλά και υψηλές ενατενίσεις τού έσχατου των Γερμανών ιδεαλιστών μουσουργών.