«Το επάγγελμα της κυρίας Γουώρρεν», του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω

12

Μετάφραση: Εύα Γεωργουσοπούλου

Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόρτζος

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Γιάννης Α. Ιωάννου

Σκηνικά: Ιωάννα Κατσιαβού

Κοστούμια: Γκαλίνα Σουλτανοβίτσι

Φωτισμοί: Γιώργος Δανεσής

Φωτογραφίες: Γεωργία Σιέτου και Ευάγγελος Κάλλοου

Επικοινωνία και προβολή της παράστασης: Νταίζη Λεμπέση

 

Ερμηνείες: Μαίρη Βιδάλη, Χρήστος Φωτίδης, Πέτρος Αποστολόπουλος, Τάσος Μπλάτζιος, Τάσος Περάκης και σε 1η θεατρική εμφάνιση η Έφη Ρασσιά

 

«Το επάγγελμα της κυρίας Γουώρρεν» είναι θεατρικό έργο του πολυγραφότατου Ιρλανδού  πεζογράφου, θεατρικού συγγραφέα και κριτικού Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω (George Bernard Shaw), γραμμένο στα 1893.  Αναφέρεται σε μια πρώην πόρνη και τωρινή ιδιοκτήτρια οίκων ανοχής (κυρία Γουώρρεν) και τη σχέση με την κόρη της (Βίβη). Στη συνάντηση μάνας – κόρης, που πραγματοποιείται στο μέρος που διαμένει η Βίβη μετά το τέλος των σπουδών της, η μητέρα προσκαλεί και τον κύριο Πράιντ, έναν όμορφο αρχιτέκτονα, ο οποίος καταφτάνει πρώτος και γνωρίζεται με την κοπέλα. Η κυρία Γουώρρεν φτάνει λίγο αργότερα, συνοδευόμενη από τον μεσήλικα συνεργάτη της, Σερ Τζωρτζ Κροφτς, ο οποίος φλερτάρει τη Βίβη, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικία τους. Η κοπέλα, βραβευμένη απόφοιτος του Cambridge, εν τω μεταξύ, έχει τα δικά της όνειρα και βρίσκεται σε σχέση με τον νεαρό Φρανκ Γκάρντνερ, ο οποίος τη βλέπει ως «λύση» στην οικονομική του ανέχεια. Ο πατέρας του, Αιδεσιμότατος Σάμουελ Γκάρντνερ, έχει ερωτικό παρελθόν με την κυρία Γουώρρεν. Η εξέλιξη της υπόθεσης φέρνει ανατροπές, που κάνουν την παράσταση ακόμα πιο ελκυστική, προξενώντας το αμείωτο ενδιαφέρον των θεατών μέχρι τέλους. Σε όλο το έργο, ο συγγραφέας κάνει γνωστά τα ήθη της εποχής, παίρνοντας θέση υπέρ των γυναικών (στην απολύτως ανδροκρατούμενη κοινωνία της βικτωριανής περιόδου), ενώ καταδικάζει και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως και τον αθέμιτο πλουτισμό, θίγοντας, επίσης, και το καυτό θέμα της πορνείας. Έτσι, το έργο παραμένει επίκαιρο, παρότι είναι γραμμένο πριν εκατό χρόνια ενώ, ίντριγκες και  ανατροπές κάνουν την παράσταση ακόμα πιο ελκυστική.

Η παράσταση ανεβαίνει από την πολυπράγμονα (Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού Περιφέρειας Αττικής) θιασάρχη Μαίρη Βιδάλη, στο Θέατρο Διάχρονο, σε ωραία μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου και μεστή σκηνοθεσία του ηθοποιού  και σκηνοθέτη Γιάννη Μόρτζου. Η πετυχημένη πρωτότυπη μουσική σύνθεση γράφτηκε από τον Γιάννη Α. Ιωάννου. Το λιτό – λειτουργικό σκηνικό είναι της Ιωάννας Κατσιαβού, ενώ τα όμορφα κοστούμια εποχής σχεδιάστηκαν από την Γκαλίνα Σουλτανοβίτσι. Οι υποβλητικοί φωτισμοί οφείλονται στον Γιώργο Δανεσή και οι φωτογραφίες ανήκουν στην Γεωργία Σιέτου και στον Ευάγγελο Κάλλοου.

Η δεξιοτεχνία της πένας του Σω αξιοποιήθηκε επιτυχώς από τον κύριο Μόρτζο, με αποτέλεσμα να αναδειχτεί το «ζουμερό» και πρωτότυπο θέμα του έργου.    Υπέροχες οι ερμηνείες των ηθοποιών, ανάλογη η συμβολή και των άλλων συντελεστών.

Η Μαίρη Βιδάλη υπήρξε αξιοζήλευτη κυρία Γουώρρεν κι εντυπωσίασε, καθώς ο ρόλος της είναι απαιτητικός και με πολλές διακυμάνσεις. Ο Χρήστος Φωτίδης, τέλειος Σερ Τζωρτζ Κροφτς. Ο Πέτρος Αποστολόπουλος, εξαίρετος κύριος Πράιντ. Ο Τάσος Μπλάτζιος, υποδειγματικός Αιδεσιμότατος Σάμουελ Γκάρντνερ. Ευχάριστη έκπληξη οι ερμηνείες των δύο νέων ηθοποιών: ο Τάσος Περάκης, άριστος Φρανκ Γκάρντνερ κι εξαιρετική η  Έφη Ρασσιά, αν και σε πρώτη θεατρική εμφάνιση.   

Οι θεατές είχαν τη χαρά να απολαύσουν ένα κλασικό έργο εποχής, σε μια απολαυστική παράσταση, και καταχειροκρότησαν όλους τους συντελεστές στο τέλος, επευφημώντας τους.  

Διάρκεια: 1 ώρα και 40 λεπτά (με διάλειμμα)

 

Σάββατο: 21:00 – Κυριακή: 19:30

 

Φεβρουάριος 2022                                                           «Διάχρονο Θέατρο»

                                                                                       Πυθέου 50-52, Νέος Κόσμος

                                                                                        Τηλ: 210 7233229

Νίκος Μπατσικανής, ποιητής, συγγραφέας, κριτικός Θεάτρου,

μέλος τής  Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών

 

Τζορτζ Μπέρναρντ Σω (George Bernard Shaw, 1856 – 1950): Ιρλανδός  πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας αλλά και κριτικός Μουσικής και Θεάτρου.

 Στο σχολείο υπήρξε απρόθυμος μαθητής. Θεωρούσε τα σχολεία φυλακές, με κλειδοκράτορες τους δασκάλους, αλλά και τους ίδιους τους γονείς, με σκοπό να φυλάξουν εκεί τα βλαστάρια τους.

Το 1876 έφυγε από το Δουβλίνο και μετακόμισε στην Αγγλία, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της μακράς ζωής του, στο σπίτι της μητέρας του στο Λονδίνο, προσπαθώντας να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Αρχικά ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και τις επιμέλειες έργων γνωστών συγγραφέων και αργότερα έγινε γνωστός ο ίδιος, πλέον, ως κριτικός Μουσικής και θεατρικών έργων, με το ψευδώνυμο Corno di Bassetto.

  Ο  Σω διακατατεχόταν από σοσιαλιστικές ιδέες κι αυτό φάνηκε από τα πρώτα έργα του. Είχε εκκεντρική στάση ζωής σε όλες του τις εκδηλώσεις, γι’ αυτό και τον χαρακτήριζαν παράξενο ή γραφικό, τον οποίον όμως, η κοινωνία ανεχόταν και θαύμαζε τις παραδοξολογίες του.

Το 1881 έγινε χορτοφάγος. Το 1882 γίνεται φίλος με τον σοσιαλιστή συγγραφέα William Morris και ξεκινάει την ενασχόλησή του με την πολιτική. Ήρθε σε επαφή με «Το Κεφάλαιο» του Karl Marx, που τον επηρέασε αρκετά, αλλά το αντιμετώπιζε κριτικά. Μαζί με την πολιτικό Beatrice Webb και τον οικονομολόγο πολιτικό και διανοούμενο σύζυγό της, Sidney Webb,  ίδρυσαν, το 1884, τη Φαβιανή Εταιρεία (Fabian Society). Ήταν μία κίνηση διανοούμενων για έρευνα, συζήτηση και έκδοση σοσιαλιστικών ιδεών, που  αφιερώθηκε στον αγώνα της μεταμόρφωσης της Βρετανίας σε σοσιαλιστικό κράτος, όχι μέσω επανάστασης, αλλά μέσα από συστηματική πρόοδο και νομοθεσία, που εγκαθιδρύεται με την πειθώ και τη συστηματική εκπαίδευση. Οι πρωτεργάτες των απόψεων αυτών έπαιξαν   καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου και του Εργατικού Κόμματος.

Ο Σω έγραψε πολλά άρθρα και κείμενα για τις τέχνες. Μαζί με τη δημοσιογραφία δούλευε και ως κριτικός Τέχνης και Μουσικής, γράφοντας με το ψευδώνυμο Corno Di Bassetto. Δεν σπούδασε Μουσική, αλλά είχε αρκετή εμπειρία   χάρη στη μουσικό μητέρα του. Κατά το διάστημα 1895 – 1898 δούλεψε ως κριτικός Θεάτρου στο Saturday Review, όπου έγραφε με τα διάσημα αρχικά GBS.

Στα 1891/92 έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, με τίτλο «Σπίτια χηρών» (Widower’s Houses).  Το 1898, μετά από σοβαρή αρρώστια, παραιτήθηκε από κριτικός Θεάτρου και μετακόμισε από το σπίτι της μητέρας του, όπου ζούσε ακόμη, για να παντρευτεί τη Charlotte Payne – Townshend, Ιρλανδή με ανεξάρτητο χαρακτήρα. Εγκαταστάθηκαν σε σπίτι στην Ayot St Lawrence Street, που πλέον ονομάζεται «Γωνία Σω», σε ένα μικρό χωριό του  Hertfordshire. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι τον θάνατο της συζύγου του, το 1943.

Το 1904, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Harley Granville Barker ανέλαβε τη διεύθυνση του Court Theatre, ιδρύοντας και μια νέα πειραματική σκηνή, ειδικευμένη στο νέο και προοδευτικό δράμα. Στις επόμενες τρεις σεζόν παίχτηκαν δέκα έργα του Σω, με σκηνοθεσία του ιδίου, αν και επίσημα σκηνοθέτης φαινόταν ο Μπάρκερ. Στα επόμενα δέκα χρόνια όλα τα έργα του Σω (εκτός από τον «Πυγμαλίωνα») είχανε παιχτεί από κάποιο θέατρο, σε όλη την Αγγλία. Με τα δικαιώματα από αυτά έγινε αρκετά πλούσιος.  

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, άλλαξε τη ζωή του. Γι’ αυτόν, ο πόλεμος αντιπροσώπευε τη χρεωκοπία του καπιταλιστικού συστήματος, τις τελευταίες προσπάθειες επιβίωσης των αυτοκρατοριών του 19ου αιώνα και την τραγική απώλεια ανθρώπων στο όνομα του πατριωτισμού. Οι απόψεις του εκφράζονταν σε σειρά άρθρων με τον γενικό τίτλο «Κοινή Λογική Γύρω Από Τον Πόλεμο». Αυτά τα άρθρα υπήρξαν καταστροφικά για τη δημόσια εικόνα του και τον μετατρέψανε σε απόβλητο της κοινωνίας. Συζητήθηκε ακόμα και το ενδεχόμενο να δικαστεί για προδοσία. Όλη αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγικότητά του ως συγγραφέα και, τότε, κατάφερε να γράψει μόνο ένα έργο.

Μετά τον πόλεμο, αποκατέστησε την εικόνα του και επανήλθε η δημιουργικότητά του, με νέα έργα όπως: «Δημιουργική Εξέλιξη», «Μαθουσάλας» και το «Αγία Ιωάννα», που θεωρείται το αριστούργημά του. Το 1920 ξεκίνησε ένα φεστιβάλ για έργα του, στην Αγγλία. Το 1925 κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μην έχοντας ανάγκη τα χρήματα, τα δώρισε για μία αγγλική έκδοση του έργου του μεγάλου Σουηδού δραματουργού August Strindberg. Το 1938, πήρε το Όσκαρ για τη συμμετοχή του στη ταινία «Πυγμαλίων» και είναι ο μοναδικός συγγραφέας, παγκοσμίως, που έχει κερδίσει τον συνδυασμό αυτών των δύο μεγάλων βραβείων.

Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως διεθνής διασημότητα, ταξιδεύοντας στον κόσμο και ασχολούμενος με τοπικά και διεθνή προβλήματα. Στα τέλη του Οκτώβρη του 1950, έπεσε από μια σκάλα και πέθανε λίγες ημέρες αργότερα στις 2 Νοεμβρίου του 1950, σε ηλικία 94 ετών, στο  Ayot St Lawrence. Η τέφρα του σκορπίστηκε στα μονοπατάκια γύρω από το άγαλμα του Αγίου Ιωάννη, που υπήρχε στον κήπο του.

Μέσα στα κείμενά του, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τις απόψεις του για τη ζωή, τον κόσμο, την εκπαίδευση, τις σχέσεις των δύο φύλων, απόψεις ριζοσπαστικές και βαθιά φιλοσοφικές, αν και ποτέ δεν μορφώθηκε αρκετά.  

Πίστευε πως, όταν χρειάζεται, μια γυναίκα κάνει παιδιά και τα μεγαλώνει, όπως ένας άνδρας πάει στον πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η επιλογή είναι η μοναδική που έχει μία γυναίκα ή ένας άνδρας στη ζωή του. Να σκεφτόμαστε πως, αν τα οικιακά είναι η φυσική επιλογή για μία γυναίκα, αυτό ισοδυναμεί με το να σκέφτεται, ένα παιδί, ότι το κλουβί είναι το φυσικό περιβάλλον για έναν παπαγάλο, επειδή ποτέ δεν έτυχε να δει έναν έξω από αυτό.  

Υποστήριζε κι έγραφε πως στις φυλακές έπρεπε να βρίσκονται εκείνοι που μπορούν να αναμορφωθούν. Εκείνοι που δεν μπορούν, θα πρέπει να σκοτώνονται, όπως ένα επικίνδυνο σκυλί ή ένα δηλητηριώδες φίδι, για να μη γεμίζουν οι φυλακές, για να μη δεσμεύονται φύλακες, που σε τελική ανάλυση διαφθείρονται και αυτοί από τους εγκληματίες αυτού του είδους. Ήταν άνθρωπος με πάθος. Αλλά το πάθος δεν έβλαψε το χιούμορ του, την ευρύτητα των απόψεών του και τη συνεχή εξεταστική ματιά του απέναντι στη ζωή. Η ευθύτητα και η ετοιμότητα του νου, το καλωσόρισμα νέων ιδεών, η αγάπη του για τα όμορφα πράγματα, η ικανότητα να εκτιμήσει και να συμπαθήσει ακόμη και αυτές τις δυνάμεις που είναι ενάντιά του, είναι χαρακτηριστικά όχι απλού δραματουργού, αλλά ενός φιλοσόφου του καιρού του, που ακόμη και σήμερα έχει πολλά πράγματα να μας πει και να μας μάθει. Έγραψε πάνω από εξήντα (60) θεατρικά έργα, ενώ και η θητεία του ως μυθιστοριογράφου, κριτικού, δοκιμιογράφου και δημοσιογράφου, ήταν πολλή αξιόλογη. Από τη μεγάλη εργογραφία του, πιο γνωστά έργα είναι:

     «Ωραία μου κυρία», «Ο άνθρωπος και τα όπλα»,  «Καίσαρ και Κλεοπάτρα»,  «Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος», «Ταγματάρχης Βαρβάρα», «Αταίριαστος γάμος», «Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι», «Πυγμαλίων», «Η μεγάλη Αικατερίνη», «Ανναγιάνσκα, η μπολσεβίκα αυτοκράτειρα», «Το Ευαγγέλιο των αδελφών Βαρνάβα», «Η αγία Ιωάννα (Ζαν Ντ΄Αρκ)», «Η εκατομμυριούχος», «Πολύ αληθινό για να είναι καλό», «Οι έξι αστοί του Καλαί», «Στη χρυσή εποχή του καλού βασιλιά Καρόλου», «Σαίξπηρ εναντίον Σω», «Έρωτας μεταξύ των καλλιτεχνών», «Η θαυμαστή εκδίκηση»,  «Ο θάνατος ενός γέρου επαναστάτη», «Επαναστάται του Διαβόλου», «Το δίλημμα του γιατρού», «Τί είναι σοσιαλισμός», «Το αδύνατον του Αναρχισμού»,  «Η λογικότητα της Τέχνης», «Η πεμπτουσία του Ιψενισμού», «Σοσιαλισμός για εκατομμυριούχους», «Πώς να επιλυθεί το Ιρλανδικό ζήτημα», «Οδηγός ευφυούς γυναικός στον Σοσιαλισμό και στον Καπιταλισμό», «Τί Είναι Τι, στην πολιτική για όλους». (Βικιπαίδεια, απόσπασμα)