Μαρία Κάλλας – 40 χρόνια απουσίας

102

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

          Ο χρόνος αποτελεί λυδία λίθο αντοχής μύθων, θεών και προφητών. Μετά τον ορυμαγδό παράπλευρης δημοσιότητας που προώθησε αλλά και ταλαιπώρησε μιαν εν πολλοίς οδυνηρή βιογραφική πορεία, η Μαρία Κάλλας βρίσκεται, επιτέλους, ενώπιον μιας τελικής καλλιτεχνικής αποτίμησης εκκωφαντικά θετικής, με συνεκτίμηση κάθε αδυναμίας της φωνητικής φύσης της και κάθε επισφάλειας της τεχνικής της Τον περασμένο Σεπτέμβριο, 40 χρόνια μετά τον αινιγματικά πρόωρο θάνατό της, οι σημαντικότερες μουσικές εκδόσεις της υφηλίου της αφιέρωσαν εξώφυλλα και κυμαινόμενης αλλά πάντως αξιόλογης έκτασης και εμβάθυνσης κείμενα στις σελίδες τους. Οι τοποθετήσεις και αναλύσεις συγχρόνων μας, διαπρεπών επιγόνων της τέχνης της, δεν φείδονται λατρευτικού υπερθετικού για τη συμβολική, αλλά και την εκφραστική μοναδικότητά της. Και βέβαια η ανανέωση της επαφής με τα λιγοστά οπτικοακουστικά λείψανα της διαδρομής της, κυρίως με τη 2η πράξη μιας «Τόσκα» του 1964, από σκηνής της Βασιλικής Όπερας Κόβεντ – Γκάρντεν, επιβεβαιώνει την ιδιοφυία της, τόσο με όρους ηχοχρωματικής και φραστικής υποκριτικής όσο και για τον βαθμό της ενσωμάτωσης του φωνητικού της μηχανισμού.

Αλληλένδετη με τα παραπάνω παραμένει προπάντων η αξιακή φόρτισή της για τα βασικά ζητούμενα της μελοδραματικής τέχνης: η προσήλωση στο ποιητικό και μουσικό κείμενο, η αναδρομή της σκηνοθετικής ορθότητας στις υπαγορεύσεις της παρτιτούρας, η εκφραστική επικέντρωση στην αδόμενη ιστόρηση της πλοκής. Και με αυτούς τους όρους διεκδίκησης της μουσικής και δραματικής αλήθειας κάθε σελίδας που ερμήνευσε πρέπει να αναζητηθεί ο λόγος που τής επέτρεψε να ανατέμνει με τέτοια ακρίβεια ακόμη και χαρακτήρες που μόνον φευγαλέα ή αποσπασματικά υπηρέτησε στη σκηνή ή για την ηχοληψία.

Με αντίστοιχα κριτήρια κατ’ ανάγκην αξιολογούνται και όσοι τολμούν επικαλείσθαι Αυτήν σε εκδηλώσεις μνήμης, όπως εκείνη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής της 14ης Σεπτεμβρίου από τον οικείο στη Ντίβα χώρο του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού. Τρεις διακεκριμένες και αγαπητές μας υψίφωνοι, με διακριτή φωνητική ταυτότητα και σε ποικίλο στάδιο καταξιωμένης σταδιοδρομίας, διεκδίκησαν την τιμή αυτή από κοινού με την Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τον έμπειρο καλλιτεχνικό της Προϊστάμενο Ηλία Βουδούρη. Μολαταύτα, το σκηνικό αφήγημα της βραδιάς, σε ένα Ηρώδειο κατάμεστο μεν κοινωνικά διακεκριμένου αλλά μουσικά ανενημέρωτου κοινού, μάς καλλιέργησε σοβαρές αμφιβολίες για το βαθμό ενσυναίσθησης της ευθύνης εκ μέρους πολλών εμπλεκομένων.

Παρακάμπτοντας την προφανώς αγαθών προθέσεων, αλλά εν τέλει ατυχή έμπνευση του Δημάρχου Αθηναίων Γιώργου Καμίνη, να αναμείξει τη βράβευση «Δημοκρατίας» του Ισπανού πρώην πρωθυπουργού Φελίπε Γκονζάλες με την Κάλλας ως προοίμιο της Συναυλίας (!), και πάντως με δεδομένη τη -μεθοδολογικά ασυνεπή- επιλογή προβολής φωτογραφιών τοίχου από την Ελληνική θητεία της, διερωτώμεθα πώς ο αρχιμουσικός απέτυχε να περιλάβει στο πρόγραμμα μια σελίδα του Καλομοίρη, που η Κάλλας ερμήνευσε, αντί π.χ. του συχνά εκτελούμενου ιντερμέτζου της «Μανόν Λεσκώ». Η πλήρης  έλλειψη φαντασίας στις επιλογές για την Ορχήστρα συνδυάσθηκε περαιτέρω με την ακροτελεύτια αστοχία της μετατροπής του δεύτερου ντουέτου της «Νόρμα» σε … τρίο, ώστε οι δύο ελαφρότερες σοπράνο να επωμισθούν τον επώνυμο ρόλο που μόνον η τρίτη, υποδυόμενη εν προκειμένω την Ανταλτζίζα, διαθέτει τη δυνατότητα να ερμηνεύσει! Ενώπιον παρόμοιας βεβήλωσης ιερών και οσίων, η Κάλλας θα είχε αναλάβει το φραγγέλιο…

Ερμηνευτικά η Τσέλια Κοστέα  συνάρπασε με την επίκληση ειρήνης της Λεονώρα στη «Δύναμη του Πεπρωμένου», ρόλος που εκκρεμεί επειγόντως για εκείνην, αλλά και ως Μανταλένα στον «Αντρέα Σενιέ». Θα επιθυμούσαμε, ωστόσο, να είχε αποφύγει αναχρονιστικές μελοδραματικές υπερβολές σε παραγράφους της άριας της «Μανόν Λεσκώ», παρεμπιπτόντως έτερης ηρωίδας που οφείλει να ενσαρκώσει, αποδεικνύοντας ενστερνισμό διδαγμάτων λιτότητας της Κάλλας στις ηχογραφήσεις της. Ευαίσθητα φωτοσκιασμένες ερμηνείες τής κατά Γκουνώ Ιουλιέτας, της Τόσκα και της «Τραβιάτα» από τη Μυρτώ Παπαθανασίου δεν διασκέδασαν επαρκώς την ανάγκη ενός τονικά πλουσιότερου λυρικού ήχου. Τέλος, η «Βενιαμίν» του σχήματος Χριστίνα Πουλίτση δεν απέφυγε την πίεση του ανοιχτού χώρου στην ελαφριά της φύση (π.χ. στο αχρείαστο a cappella κάλεσμα της «Λακμέ»), ενώ επικεντρώθηκε στη φωνητική πρόκληση για την «τρέλλα» της Λουτσία αγνοώντας την τραγική φόρτιση του κειμένου, ομολογουμένως καθ’ υπαγόρευση ενός ανεπίτρεπτα ανέμελου για την αιματηρή περίσταση τέμπο του μαέστρου της, που η Κάλλας αποκλείεται να επικροτούσε…