Σοπέν από τη Ντόρα Μπακοπούλου στο Ωδείο Αθηνών

24

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

      Είναι αναμφισβητήτως ιλιγγιώδης η διαδρομή από την 9χρονη, που, στην υπερατλαντική Νέα Υόρκη, μαγνήτιζε με το παίξιμό της τον κατά Gottfried Cervenka «Μεγάλο Χαρισματικό» Δημήτρη Μητρόπουλο, ως την προχωρημένης ωριμότητας «μεγάλη Κυρία», που παρακολουθήσαμε προσηλωμένοι στην αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών.  Βέβαιον  δε είναι ότι δεν αρκεί η κεντροευρωπαϊκή σπουδή και η μαθητεία πλάι σε κολοσσούς, από τον Friedrich Gulda και τον Paul Badura Skoda ως τον Alfred Brendel και τον Nikita Magaloff, προκειμένου να εξηγηθεί το ευδιάκριτο αποτύπωμα τής πιανίστας Ντόρας Μπακοπούλου στην Ελληνική και ευρύτερη συλλογική συνείδηση ως μουσικού με ιδιαίτερη ερμηνευτική προσωπικότητα. Απόδειξη για αυτόν μας τον ισχυρισμό αποτελεί το τεκμηριωμένο γλωσσικό ολίσθημα τού Κώστα Χαραλαμπίδη, προκατόχου μας στην προεδρία της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, όταν, ως τιμώμενος από του βήματος της Αίθουσας Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, ευχαρίστησε, μεταξύ άλλων, «τη Δήμαρχο Αθηναίων κυρία Ντόρα Μπακοπούλου»!

       Παρόμοια κλάση πιστοποίησε η συνοδοιπόρος τής Martha Argerich και το βράδυ τής 24ης Φεβρουαρίου με ένα πρόγραμμα έργων αποκλειστικά του Frédéric Chopin στον φιλόξενο χώρο τού οποίου διετέλεσε Έφορος της Σχολής Πιάνου. Το διατράνωσε η ίδια προλογίζοντας την αφιερωμένη στην -επίσης δασκάλα της- Μαρίκα Παπαϊωάννου συναυλία, αναλογιζόμενη την παρθενική εμφάνισή της στο εμβληματικό Ωδείο και αντιμετωπίζοντας την νέα ως την ολοκλήρωση ενός κύκλου. Άνθρωπος διαχρονικά της εποχής της, δεν παρέλειψε να παραλληλίσει τον εκπατρισμό τού Σοπέν λόγω της Ρωσικής καταπίεσης με την πρώτη επέτειο έναρξης τού Ρωσο-Ουκρανικού πολέμου. Κι έπειτα η αίθουσα πλημμύρισε από το επαναστατικής ενδιάθεσης 2ο Impromptu, με το Steinway της να ηχεί εκκωφαντικά σε μάς τους φτωχούς ακροατές τής 1ης σειράς μιας αίθουσας υπερβολικά ευνοϊκής ακουστικής για τον ούτως ή άλλως ισχυρό ήχο του πιάνου. Από μνήμης, «επειδή χάθηκαν οι νότες» υπηρέτησε η  σολίστ την «ποίηση των ήχων» που η ίδια πίστωσε στον συνθέτη, με χειμαρρώδη πιανισμό, πιότερο εμμονικό ζωής και πάθους παρά όμηρο του μελαγχολικού κάματου ενός πιο προχωρημένου ρομαντισμού. Το βαλς έργ.64 αρ.2 αναδύθηκε με τη στροβιλιστική τρυφερότητα μιας νοσταλγικής μέθης βγαλμένης θάλεγες από το ροδάνι της Γκραίτχεν τού Σούμπερτ. Ακολούθησε η Πολωνέζα-Φαντασία έργ.40, «από τις τελευταίες συνθέσεις τού Σοπέν, ιδιαιτέρως διεισδυτική», που η ίδια «αγαπά ιδιαιτέρως», σε μιαν ερμηνεία προμηθεϊκού θρήνου για τον βραχύβιο άγγελο τού πιάνου. Το πρώτο μέρος της συναυλίας ολοκληρώθηκε με την 3η Μπαλάντα σε μιαν εξομολογητική διαδρομή ενεπίγνωτου άχθους και δαιμονικής κλιμάκωσης.

Επιλέξαμε να μεταφερθούμε στα μετόπισθεν της Αίθουσας για μιαν ηχητικά πιο ισορροπημένη απόλαυση, γεγονός που εμπλούτισε, αλλά δεν μετέβαλε την αντίληψή μας για την ερμηνευτική προσέγγιση, αδρή ακόμη και στο Νυχτερινό έργ.37 αρ.2, συντηρώντας όμως τον «σαλονίσιο» χαρακτήρα του. Οι 3 Μαζούρκες που ακολούθησαν, ατμοσφαιρικές, αλλόκοσμες, ονειρικές, προετοίμασαν το έδαφος για την καταληκτική τού επίσημου προγράμματος 4η Μπαλάντα,  που η Μπακοπούλου αντιμετώπισε ως μια Consolation «α λα Σοπέν» με εξαίσιες εσωτερικές παύσεις…