Μότσαρτ από 4 Ελληνίδες πιανίστριες εις μνήμην Βάσως Δεβετζή

204

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 10 χρόνια μετά το θάνατο της επιστήθιας φίλης της, τής Μαρίας Κάλλας, έφυγε από τη ζωή -πρόωρα όπως κι εκείνη – η Βάσω Δεβετζή (1925 – 1987), που, από κοινού με  τη Ρένα Κυριακού (1917-1994) και τη Τζίνα Μπαχάουερ (1913-1976), συναποτέλεσαν την «τριανδρία» των διεθνούς φήμης Ελληνίδων της εποχής τους στον τομέα του πιάνου. Στη συμπαθή και γεμάτη ακουστική θαλπωρή αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» (6 και 8 Νοεμβρίου 2017) τίμησε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τη Δεβετζή με ένα δίπτυχο προσκλητήριο τεσσάρων Κυριών, ομοτέχνων της τής επόμενης γενιάς.

Με δεδομένη τη δυσεύρετη και πάντως σποραδική δισκογραφική παρουσία που απολαμβάνουν οι 4 καθιερωμένες καλλιτέχνιδες,  η παρουσία μικροφώνων στις δύο βραδιές ελπίζουμε ότι εγγυάται την αρχειακή διαφύλαξη των συναυλιών και μάλιστα όχι μόνον για την ομάδα των 4 χρονικά συναπτών κονσέρτων του Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μότσαρτ (1756-1791) που παρουσιάσθηκαν, αλλά και για τα 2 απροσδόκητα hors d’ oeuvres που τα πλαισίωσαν, 2 κουαρτέτα εγχόρδων του Μίκη Θεοδωράκη (*1925) που εκτελέστηκαν όμως περίπου … «μυστικά». Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κάποιος την ούτως ή άλλως σπάνια παρουσίασή τους, όταν η προβολή των γεγονότων περιορίσθηκε στην ανακοίνωση των έργων του Μότσαρτ; Μόνον όποιος θα έφθανε στη διαδικτυακή σελίδα προγραμματισμού του ΜΜΑ είχε πιθανότητα να αντιληφθεί την παρουσία έργων του Θεοδωράκη στα προγράμματα. Επειδή όμως, ως γνωστόν, οι λάτρεις του Μότσαρτ δεν αγαπούν άπαντες και τον Θεοδωράκη και, αντιστρόφως -το σημαντικότερο εν προκειμένω-, όλοι όσοι ομνύουν στο Θεοδωράκη  δεν θητεύουν κατ’ ανάγκην στον Μότσαρτ, ελάχιστη ήταν  η πιθανότητα να υποθέσουν οι τελευταίοι ότι έργα Θεοδωράκη θα ήταν δυνατόν να ανακρούονται «κρυπτόμενα» στις εσωτερικές σελίδες του έντυπου και ηλεκτρονικού προγράμματος ενός -μονογραφικού εν τίτλω- αφιερώματος στο Μότσαρτ!

Κρίμα, με δεδομένο ότι το ενδιαφέρον των 2 συναυλιών ήταν συνολικά μεγάλο, εν πρώτοις φυσικά λόγω της επιλογής 4 κονσέρτων του «θείου» Μότσαρτ που ερμηνεύονται σπανίως. Όλα ανάγονται στην περίοδο 1782-3 και σηματοδοτούν την έναρξη μιας σχέσης αγάπης τού -μόλις απελευθερωμένου από την πριγκιπική-αρχιεπισκοπική Έδρα του Ζάλτσμπουργκ- συνθέτη με το εκλεπτυσμένο κοινό και την «πεφωτισμένη» Αυλή της Βιέννης. Η σχέση αυτή ανανεώθηκε σταθερά, μέχρι το 1786,  ακριβώς μέσα από τη φόρμα του κονσέρτου για πιάνο. Το ενδιαφέρον της συναυλίας επέτεινε η παρουσίαση των έργων σε μεταγραφή τους, για συνοδεία κουαρτέτου εγχόρδων, από τον ίδιο τον Μότσαρτ, αναμφίβολα ενδεικτική της ζήτησής τους για οικιακή χρήση μετά την  επιτυχία τους σε συνδρομητικές συναυλίες.

Στο ερμηνευτικό πεδίο η ευγενής άμιλλα των 4 πιανιστριών αντιστοιχήθηκε με εκείνη των 2 κουαρτέτων, του «Κουαρτέτου Εγχόρδων Αθηνών» (*2010, 6/11) και του «Κουαρτέτου Εγχόρδων Αέναον» (*2016, 8/11), σχημάτων που πάντως, όπως αποδείχθηκε,  αναζητούν ακόμη την ηχητική εξοικείωσή τους με τη διαλεκτική της φόρμας δωματίου, όχι μόνο μεταξύ τους, στα νεανικά κουαρτέτα του Θεοδωράκη, αλλά και στην ποιότητα της σύμπραξης με τις διακεκριμένες δεξιοτέχνιδες. Από την πλευρά αυτή η πιο επισφαλής συνεργασία καταγράφηκε στο εναρκτήριο 11ο κονσέρτο (Köchel 413, παρεμπιπτόντως 2ο κατά σειρά σύνθεσης από τα 4), όπου η Ελισάβετ Κουναλάκη δυσκολεύθηκε, φευ εις βάρος κυρίως της δικής της ερμηνευτικής σφραγίδας, να συνθέσει κοινό αισθητικό παρονομαστή με το τραχύ Κουαρτέτο. Την αποκατάσταση των ηχητικών ισορροπιών επέβαλε η Έλενα Μουζάλα λίγο αργότερα για το 12ο (Κ. 414) από τα 27 κονσέρτα,  με συμπαγή, δωρικό πιανισμό και απέριττη προσήλωση στην απατηλή υποκείμενη  ουσία της γραφής του Μότσαρτ, την οποία έμοιαζε να ανακαλύπτει με την πιο φυσική ταπεινότητα σε κάθε φράση και μετατροπία (χημεία ανάτασης με το Κουαρτέτο στη β’ κίνηση).  Υιοθετώντας παιγνιώδεις επιρροές από όργανα εποχής και με έμφαση στη φωτοσκίαση, η Δανάη Καρά πειραματίσθηκε ερμηνευτικά και εστίασε στην εκτελεστική πτυχή για το 13ο κονσέρτο (Κ. 415). Την ερμηνευτική ακεραιότητα της Μαρία Ευστρατιάδη γνωρίζαμε ήδη από την εγγραφή της τών κονσέρτων Κ. 271 και 453 υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Ιωαννίδη (cd Μουσικής Εταιρείας Αθηνών), την επιβεβαιώσαμε όμως και στο καταληκτικό της δεύτερης συναυλίας 14ο (Κ. 449). Η μουσικότητα και η στόχευση βάθους στην ενατένιση της μουσικής κατέστησαν τα όποια δακτυλικά της ολισθήματα αμελητέα ενώπιον μιας ουσίας ανεξάντλητης και μαλακτικής…