Ρωμαίος και Ιουλιέττα

134

Δεν είναι η πρώτη φορά η σύνθεση λυρικού έργου με αντικείμενο την τραγική ιστορία του Σαικσπηρικού ερωτευμένου ζευγαριού που εμπνεύσθηκε ο Γάλλος μουσουργός Σαρλ Γκουνώ(1818-1893)και πρωτοπαρουσιάσθηκε στο Παρίσι και στο Αυτοκρατορικό Λυρικό θέατρο του Σατλέ, στις 27 Απριλίου 1867.
Πριν από την σύνθεση της ανωτέρω όπερας, είχε ανεβασθεί και αυτή του Μπελλίνι με τίτλο «Καπουλέτοι και Μοντέκκοι (1841) όπως και η δραματική συμφωνία του Μπερλιόζ «Ρωμαίος και Ιουλιέττα»(1839)οι οποίες και πυροδότησαν τον Γάλλο συνθέτη να συνθέσει την ομώνυμη όπερά του που αναντίρρητα υπερτερεί των προηγουμένων,ως προς τον πλούτο των μελωδιών και της ενορχηστρώσεως, αλλά και την προσφορά πολλών ευκαιριών σε προικισμένους λυρικούς τραγουδιστάς προς απόδειξη όλων των πτυχών των φωνητικών τους ηχοχρωμάτων αλλά και την σκιαγράφηση των πλέον λεπτών συναισθημάτων τους.
Το ποιητικό κείμενο (λιμπρέτο) που βασίζεται βέβαια στην γνωστή υπόθεση της ομώνυμης τραγωδίας, ανήκει στους Γάλλους Jules Barbier και Michel Carre ενώ ο συνθέτης, εστιάζει την όπερά του στα δύο κεντρικά πρόσωπα με τέσσερα εκτενή ντουέτα,εκ των οποίων το τελευταίο που εκτελείται στον τάφο της Ιουλιέττας, βασίζεται σε κάποια παραλλαγή του λιμπρέτου ώστε ο Ρωμαίος να ζεί ακόμα μετά την αφύπνιση της αγαπημένης του από τον πλαστό της θάνατο.
Η Λυρική μας Σκηνή, γνωρίζοντας ότι πλην λίγων εκτάκτων εμφανίσεων του έργου το 1920 από ιδιωτικό θίασο δεν εμφανίσθηκε έκτοτε για το Ελληνικό κοινό, απεφάσισε να το εντάξει στο εφετεινό της πρόγραμμα,μετακαλώντας από το εξωτερικό την Ελληνίδα σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου και τον Ισπανό τενόρο Ισμαέλ Τζόρντι.
Η ανωτέρω λυρική σοπράνο,με ευχάριστη φυσική φωνή μεγάλης εκτάσεως,σωστά δομημένη και διαθέτουσα πειστικοτάτη ερμηνεία, σε συνδυασμό μίας ευειδούς εμφανίσεως, αποτελούσε τέλειο ζευγάρι με τον Τζόρντι ο οποίος διαχειρίζονταν στην εντέλεια μία φωνή εύκαμπτη, διάφανη και γεμάτη αισθησιασμό.
Αρκετά μικροτέρας εκτάσεως οι υπόλοιποι ρόλοι αντιπροσωπεύθηκαν επαξίως από την Αρτέμιδα Μπόγρη στον ρόλο του Στέφανου μη προβλεπομένου από τον Σαίξπηρ, της Χρυσάνθης Σπιτάδη (παραμάνα Γερτρούδη), του Αντώνη Κορωναίου (Τυβάλδος), του Διονύση Μελογιαννίδη(Μπενβόλιος), του Χάρη Ανδριανού (Μερκούτιος), του Νίκου Κοτενίδη (Πάρης),του Κωστή Ρασιδάκη (Γρηγόριος) του Δημήτρη Κασιούμη (Καπουλέτος) του Πέτρου Μαγουλά (Πατήρ Λαυρέντιος) και του Γιώργου Ρούπα (Δούκας).
Η χορωδία υπο την διδασκαλία του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, πλαισίωσε με συμπαγή και υποβλητικό ήχο τους τραγουδιστάς, ενώ η συνοδεύουσα ορχήστρα με μαέστρο τον Λουκά Καρυτινό,διαχειρίστηκε με σωστές δυναμικές και ευγενή ήχο την πολυπλοκότητα της ενορχηστρώσεως.
Το υψηλό επίπεδο της μουσικής αποδόσεως της όπερας, σκίασε η τελείως απαράδεκτη σκηνογραφία και κατασκευή κοστουμιών, συμπαρασύροντας ταυτόχρονα κάθε προσπάθεια επιτυχημένης σκηνοθεσίας του Νίκου Μαστοράκη.Οι περιστρεφόμενοι μετάλληνοι στύλοι του Γιοχάννες Σύτς χωρίς κανέναν συμβολισμό και τα μειωμένης αισθητικής ραφή κοστουμιών της Ερμίνας Αποστολάκη, προσέφεραν δυστυχώς κακή υπηρεσία σε ένα εκ των κορυφαίων έργων του γαλλικού οπερατικού ρεπερτορίου.

Σοφία Θεοφάνους